18630
A CITY FULL OF FEELINGS A CITY FULL OF FEELINGS


Υπό την αιγίδα:
evel limassol
Επίσημοι Συνεργάτες (Πρεσβευτές Λεμεσού)

Μιλώντας με τον 78χρονο Λεμεσιανό, που βρήκε το μυστικό της νιότης στις Πλάτρες!

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όλα τα αφιερώματα του All About Limassol (ως ο Επίσημος Οδηγός της Λεμεσού) αποσκοπούν ΜΟΝΟ στο να αναδείξουν τις διαφορετικές πτυχές αυτής της υπέροχης πόλης, με σκοπό να γνωρίζουν όλοι τις ξεχωριστές επιλογές που προσφέρονται. Σε καμία περίπτωση δεν έχουν διαφημιστικό ή αξιολογικό χαρακτήρα και δεν εξυπηρετούν συμφέροντα Εταιρειών, Δήμων, Οργανισμών ή Ιδιωτών.

Κάθε πρωί ξυπνάει πολύ νωρίς, παίρνει το πρωινό του (ελαφρύ κατά κανόνα) και κάνει ένα μεγάλο περίπατο από τη μία άκρη του χωριού μέχρι την άλλη, έχοντας για παρέα τα αρώματα του πευκοδάσους και το μουρμουρητό του αέρα ανάμεσα στα δέντρα. Το καλοκαίρι κάνει διαδρομές στην πισίνα, τον χειμώνα διασχίζει τις παγωμένες πλαγιές του Τροόδους κάνοντας σκι. Ο Ηρακλής Σκυριανίδης, κλείνοντας σιγά – σιγά την 8η δεκαετία της ζωής του, κουβαλάει μέσα του τόσο μπρίο και αγάπη για τη ζωή, όση είναι και η ιστορία, οι μνήμες και οι εμπειρίες που έχει αποκομίσει, ως απόγονος της οικογένειας που ίδρυσε και ανέδειξε το θρυλικό ξενοδοχείο Forest Park στις Πλάτρες.

Σήμερα, η ζωή του συνεχίζει να είναι ταυτισμένη με την πορεία του ξενοδοχείου. Αν και έχει παραδώσει τα ηνία της διαχείρισής του, συνεχίζει να ζει μέσα σε αυτό, σαν ολοζώντανο κειμήλιο του παρελθόντος, μαζί με φωτογραφίες με τους διακεκριμένους επισκέπτες του Forest Park (από βασιλιάδες και διπλωμάτες, μέχρι καλλιτέχνες και διανοούμενους), μαζί με όλα εκείνα που έμειναν αναλλοίωτα, αλλά και με εκείνα που άλλαξαν, προκειμένου να συνεχίσει να αποτελεί το ξενοδοχείο έναν αγαπητό προορισμό.

Ο Ηρακλής Σκυριανίδης έχει τη στόφα του γόνου των καλών οικογενειών. Τον βρίσκεις πάντα περιποιημένο, με μια vintage αίσθηση της μόδας που σε ξαφνιάζει. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι σε υποδέχεται πάντα χαμογελαστός και κεφάτος, έτοιμος για κουβέντα, αποτέλεσμα είτε της εξωστρέφειας που κληρονόμησε από τη μητέρα του, είτε της μακροχρόνιας θητείας του στον κλάδο της φιλοξενίας (είτε συνδυασμός και των δύο). Ο πρωτότοκος γιος του Γεώργιου και της Σοφίας Σκυριανίδη γεννήθηκε στη Λεμεσό τον Ιανουάριο του 1941 και ακολούθησαν τα 2 αδέλφια του, ο Αντώνης και η Δάφνη.

Από το 1936, το Forest Park άρχισε να μετράει επισκέψεις επιφανών φιλοξενούμενων. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι (όπως ο Palmer) ήταν από τους πρώτους, όμως ακολούθησαν δεκάδες άλλες προσωπικότητες, όπως ο Βσιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου, η Πριγκίπισσα Μαίρη της Αγγλίας, η Πριγκίπισσα Ειρήνη της Ελλάδας, η Ιντίρα Γκάντι, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γερμανός Καγκελάριος Βίλλυ Μπραντ και πολλοί ακόμα. Από τις πιο πρόσφατες επισκέψεις ήταν αυτή του τέως βασιλιάς της Ελλάδας Κωνσταντίνου, το 2015.

Το όνομα της οικογένειας Σκυριανίδη είναι πολύ γνώριμο, όμως για τον Ηρακλή και τα αδέρφια του, η έννοια της οικογένειας είχε αρκετές ιδιαιτερότητες: «Δεν είχαμε και πολλή οικογενειακή ζωή», ομολογεί, «γιατί η καθημερινότητα όλων μας περιστρεφόταν γύρω από τις δραστηριότητες του ξενοδοχείου στις Πλάτρες». Η μητέρα του, Σοφία, η οποία ήταν αιγυπτιακής καταγωγής,  συνέχισε να διευθύνει το ξενοδοχείο του θείου της στο Κάιρο, σχεδόν για ολόκληρη τη ζωή της, ενώ, πέρα από το Forest Park, ο πατέρας του, Γεώργιος, είχε και τη διεύθυνση του ξενοδοχείου Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία, επομένως και οι 2 γονείς έλειπαν αρκετά από την οικογενειακή εστία.

«Εγώ από τα 8 μου φοιτούσα σε οικοτροφείο και στη συνέχεια, το 1951, βρέθηκα να φοιτώ επίσης οικότροφος στην Αγγλία», συνεχίζει ο Ηρακλής, ανακαλώντας μνήμες από τα παιδικά του χρόνια. «Την περίοδο της Αγγλοκρατίας, η εκπαίδευση στα αγγλικά σχολεία θεωρούνταν η καλύτερη και όποια οικογένεια είχε την οικονομική δυνατότητα να το προσφέρει, το έκανε», εξηγεί.

Ο Ηρακλής (σε νεαρή ηλικία, αριστερά) ξέρει ότι εκτός από την εξωστρέφεια της μητέρας του (σε σχετικά μεγάλη ηλικία, δεξιά), κληρονόμησε και τα φυσιογνωμικά της χαρακτηριστικά.

Παρά τις ιδιαιτερότητες της οικογένειας, ο Ηρακλής εκφράζεται με θαυμασμό για τους γονείς του. Αν και επαγγελματικά διαδέχθηκε τον πατέρα του στη διεύθυνση του Forest Park, ξέρει ότι έχει μοιάσει αρκετά στη μητέρα του. Είχε μεγαλώσει κι εκείνη σε μια οικογένεια ξενοδόχων, στην κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της κοινότητας των Ελλήνων της Αιγύπτου, και ως διευθύντρια του ξενοδοχείου Victoria στο Κάιρο, δεν έχασε ποτέ την επαφή με τον κόσμο αυτό.

Το ξενοδοχείο Victoria βρισκόταν σε κεντρικό δρόμο στο Κάιρο, εκεί όπου σύχναζαν οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης.

«Ήταν μια γυναίκα δυναμική και ιδιαίτερα εξωστρεφής», λέει ο Ηρακλής. «Έφυγε από τη ζωή σχετικά νωρίς, στα 67 της χρόνια», προσθέτει, με εμφανή τη θλίψη στη φωνή του. «Λίγο πριν από τον θάνατό της πωλήθηκε και το ξενοδοχείο στο Κάιρο, αφού η ίδια δεν ήταν πια σε θέση να ταξιδεύει για να το διευθύνει».

Η αρχή: Ο παππούς Σκυριανίδης και το παραλιακό μπαρ

Ο παππούς και συνονόματος του Ηρακλή Σκυριανίδη, στα τέλη του 19ου αιώνα καταπιάστηκε για πρώτη φορά με τον τομέα της φιλοξενίας, σε μια εποχή που ακόμα και η ίδια η λέξη τουρισμός ήταν άγνωστη στη Λεμεσό (αλλά και σε ολόκληρη την Κύπρο). Το μπαρ του Σκυριανίδη, όπως έμεινε γνωστό στην πόλη, βρισκόταν κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα (κοντά στην περιοχή του Παλιού Λιμανιού), αποτελώντας ένα από τα πρώτα κοσμικά κέντρα αναψυχής (και προπομπό των ιδιαίτερα δημοφιλών beach bar).

Το μπαρ του Σκυριανίδη ήταν ένα από τα 2 κέντρα που ξεχώριζαν στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η άφιξη των Άγγλων στο νησί το 1878 ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της πόλης της Λεμεσού, αλλά και της υπαίθρου. Οι δικές τους ανάγκες και προτιμήσεις ανέδειξαν τη Λεμεσό σε λιμάνι και τις Πλάτρες σε τουριστικό θέρετρο – το πρώτο στην Κύπρο. Τότε, ο Ηρακλής Σκυριανίδης άδραξε την ευκαιρία, παρακολουθώντας τις εξελίξεις στον τομέα που τον ενδιέφερε, να επεκτείνει τη δράση του και στο χωριό. Έτσι, το 1900 λειτούργησε ένα από τα πρώτα ξενοδοχείο των Πλατρών, το «Παυσίλυπον».

Το «Παυσίλυπον» δεν ήταν παρά μόνο το εξοχικό του Σκυριανίδη στο χωριό. Πιο πάνω, μια από τις λίγες φωτογραφίες που σώζονται από το ξενοδοχείο, όπου η οικ. Μιχαηλίτση ποζάρει στη βεράντα του ξενοδοχείου.

«Ως αποικία των Άγγλων, η Κύπρος ήταν ο πλησιέστερος προορισμός σε ευρωπαϊκό έδαφος, για τους Ευρωπαίους που βρίσκονταν στην Αίγυπτο», εξηγεί σήμερα ο εγγονός του πρώτου ξενοδόχου της οικογένειας. «Αντί, για τις διακοπές τους να ταξιδεύουν μέχρι τη Γαλλία ή την Ελβετία, άρχισαν να έρχονται εδώ και ιδιαίτερα στις Πλάτρες», συμπληρώνει ο εγγονός Ηρακλής.

«Βέβαια, ο παππούς μου γκρίνιαξε όταν του πρότειναν να στείλει για ξενοδοχειακές σπουδές τον γιο του στη Λωζάνη: ‘Τι θα πάει να μάθει εκεί;’», αναρωτήθηκε.

Για να δοθεί η συνέχεια στη δραστηριότητά της οικογένειας στα ξενοδοχειακά, χρειάστηκε εξωγενής παρέμβαση. Και αυτό γιατί, αν και δεν του ήταν δύσκολο να αναγνωρίσει τις ευκαιρίες για μια νέα επένδυση, ο παππούς Σκυριανίδης δεν αποδείχθηκε άνθρωπος με ιδιαίτερα προοδευτικές ιδέες. Λόγω των παραθεριστών που επισκέπτονταν το «Παυσίλυπον», ο παππούς Σκυριανίδης είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και έτσι προέκυψε και η γνωριμία με την οικογένεια της Σοφίας, η οποία έμελλε να γίνει η σύζυγος του γιου του. Τελικά, η οικογένεια της Σοφίας έπεισε τον παππού Ηρακλή να στείλει τον γιο του στη Λωζάνη, στην Ecole Hotelier.

«Πριν φύγει για σπουδές ο πατέρας μου, απασχολήθηκε για λίγο ως τραπεζικός υπάλληλος, όπως το ήθελε ο παππούς. Δεν ήταν κάτι που τον ικανοποιούσε, όμως, και το άφησε γρήγορα. Ήταν αποφασισμένος να σπουδάσει ξενοδοχειακά», θυμάται ο εγγονός Ηρακλής Σκυριανίδης.

«Ακόμα κι όταν επέστρεψε ο πατέρας μου, με γνώσεις και διάθεση να εξελίξει την επιχείρηση, ο παππούς μου αρνήθηκε να δεχθεί οποιαδήποτε παρέμβαση για να αναβαθμιστεί το ξενοδοχείο. Το «Παυσίλυπον» δεν ήταν παρά μόνο το εξοχικό της οικογένειας, στο οποίο προστέθηκαν δωμάτια, ώστε να υποδεχθούν τους παραθεριστές. Όλες οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις (μπαρ, εστιατόριο, υποδοχή) φιλοξενούνταν σε έναν ενιαίο χώρο», επισημαίνει.

«Μάλιστα, τα δωμάτια τότε δεν είχαν ιδιωτικά μπάνια και τουαλέτες, όπως δεν είχε και κανένα άλλο ξενοδοχείο της εποχής».

«Τότε ήταν που γεννήθηκε η ιδέα για το Forest Park, ένα ξενοδοχείο όπως το οραματίστηκε ο πατέρας μου, ο Γιώργος Σκυριανίδης», αφηγείται σήμερα ο εγγονός Ηρακλής.

Ο Γεώργιος Σκυριανίδης, ομιλητής σε εκδήλωση στις Πλάτρες.

Αλλαγή φρουράς: Ο Γεώργιος Σκυριανίδης φέρνει το Forest Park στις Πλάτρες

Φεύγοντας για σπουδές στη Λωζάνη, ο Γεώργιος Σκυριανίδης εργάστηκε σε μεγάλα ξενοδοχεία, ενώ ταξίδεψε και στο Λονδίνο, όπου απέκτησε ακόμα περισσότερες εμπειρίες. Όσα είδε και όσα έμαθε, μετουσιώθηκαν σε πράξη στην Κύπρο, όπου έκανε μερικές από τις πιο πρωτοποριακές κινήσεις στον τομέα του τουρισμού. Η δημιουργία του Forest Park, ενός ξενοδοχείου με ευρωπαϊκά πρότυπα, ήταν αναπόφευκτη, προκειμένου να βρει πεδίο δράσης ο ίδιος.

Τα ταξίδια για τον Γεώργιο Σκυριανίδη συνεχίστηκαν ακόμα κι όταν είχε πια συλλέξει αρκετή γνώση και εμπειρία, καθώς ήθελε να συμβαδίζει με την εκάστοτε εποχή. Ήταν άνθρωπος με ανοικτούς ορίζοντες, δραστήριος και οραματιστής.

Από τον σχεδιασμό του και μόνο, ήταν φανερό ότι το ξενοδοχείο παρουσίαζε κάτι καινοτόμο και μοντέρνο στη ζωή του τόπου. Το χαρακτηριστικό ημικυκλικό σχήμα του αρχικού κτιρίου είναι εμπνευσμένο από την τάση του Bauhaus, της αρχιτεκτονικής σχολής που ξεκίνησε από τη Γερμανία κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα και συνεχίζει να επηρεάζει την παγκόσμια αρχιτεκτονική μέχρι σήμερα. Αξιόλογα δείγματα Bauhaus μπορεί να βρει κανείς και σε άλλες εξοχικές επαύλεις από την εποχή εκείνη στις Πλάτρες.

swipe gallery

Το 1962 δημιουργήθηκε στις Πλάτρες η πρώτη πισίνα ξενοδοχείου της Κύπρου, με μήκος 23,5 μέτρα και 12 καμπίνες για αλλαγή ρούχων από τους λουόμενους, στους οποίους προσφέρονταν από τότε ειδικά σακούλια για τη φύλαξη των ενδυμάτων τους.

«Έπρεπε να πάρει μια απόφαση ο πατέρας μου: ή θα έφερνε κάτι μοντέρνο, ή θα το κάναμε μοναστήρι το ξενοδοχείο, αφού είναι και η Τροοδίτισσα δίπλα», λέει ο γιος του, Ηρακλής, ξεσπώντας σε γέλια.

Ο Γιώργος Σκυριανίδης πήρε την απόφαση να βάλει το Forest Park στη νέα εποχή, εισάγοντας ένα στοιχείο που αναδείχθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα ως σημαντικό κομμάτι της χαλάρωσης και αναψυχής των επισκεπτών σε τουριστικά θέρετρα, αν και δεν έλειψαν οι ενστάσεις… εκ των έσω.

swipe gallery

Η πισίνα του Forest Park παραμένει μέχρι σήμερα μια εντυπωσιακή κατασκευή, που είναι σε πλήρη χρήση.

«Η μητέρα μου δεν πήρε με καλό μάτι την απόφαση για την κατασκευή της πισίνας», εξηγεί ο Ηρακλής. «Θεωρούσε πολύ προκλητικό το γεγονός ότι θα κυκλοφορούσαν οι επισκέπτες ημίγυμνοι στο ξενοδοχείο, άντρες και γυναίκες μαζί. Το δωμάτιό της βρισκόταν δίπλα ακριβώς στην πισίνα και αυτό έκανε την αντίδρασή της ακόμα πιο έντονη». 

«Την ημέρα που μπήκαν οι μπουλντόζες για να σκάψουν, ωρυόταν και έκλαιγε από το πρωί μέχρι το βράδυ».

«Όταν τελικά άνοιξε η πισίνα για το κοινό, το πήρε απόφαση. Ήταν αρκετά συντηρητική σε αυτά τα θέματα και την ενοχλούσαν ακόμα και οι κοντές φούστες, που ήταν τότε της μόδας», αποκαλύπτει σήμερα ο Ηρακλής.

Για το εγχείρημα του Γεώργιου Σκυριανίδη, ήταν θετικό το γεγονός ότι οι Άγγλοι είχαν ήδη επιλέξει τις Πλάτρες ως προορισμό. Η μεγάλη του απήχηση τόσο στο νησί, όσο και στη διεθνή ελίτ ήταν αποτέλεσμα της προτίμησης που έδειξαν οι ίδιοι εξ αρχής. Αυτό, όμως, δε σήμαινε ότι το Forest Park δεν είχε επιπτώσεις από την αυταρχική πολιτική των Άγγλων σε περιόδους κρίσεων, αφού δε δίστασαν να επιστρατεύσουν τις εγκαταστάσεις του.

Η πρώτη επιστράτευση ήρθε το 1941 – 1943, όταν το ξενοδοχείο μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο, στο πλαίσιο των αναγκών που είχαν προκύψει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το ξενοδοχείο τέθηκε ξανά υπό επιστράτευση από τους Άγγλους την περίοδο 1955 – 1958, λειτουργώντας ως στρατηγική βάση για την αναχαίτιση της δράσης των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, αλλά και για τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων στο Σουέζ. «Κατά την περίοδο αυτή είχε κακοποιηθεί αρκετά το ξενοδοχείο και χρειάστηκε μεγάλο ποσό για να ανακαινιστεί», αναφέρει ο Ηρακλής.

swipe gallery

«Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος ήρεμος, με «εγγλέζικες» συνήθειες», θυμάται ο Ηρακλής. «Συνήθιζε να ακολουθεί ένα πολύ προσεκτικό πρόγραμμα, με συγκεκριμένες ώρες γευμάτων, με λιτή διατροφή (παρά το γεγονός ότι είχε την οικονομική άνεση που θα του επέτρεπε καταχρήσεις). Με το φαγητό του συνήθιζε πάντα να πίνει βραστό νερό, γιατί υποστήριζε ότι δεν πρέπει να μπαίνει κάτι στο σώμα μας σε χαμηλή θερμοκρασία», συμπληρώνει.

Εκτός από το να διαχειρίζεται 2 ξενοδοχεία (το Forest Park και το Λήδρα Πάλας που άνοιξε στη Λευκωσία τη δεκαετία του 1940), ο Γεώργος Σκυριανίδης ασχολούνταν και με τη ζωγραφική. Τα έργα του κοσμούν σήμερα τον χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου.

«Η μόνη κακή συνήθεια, που δεν κατάφερε να κόψει ποτέ οριστικά ο πατέρας μου, ήταν το κάπνισμα», συμπληρώνει ο Ηρακλής. «Κάπνιζε μέχρι και τα 90 του, τουλάχιστον 1 τσιγάρο την ημέρα». Ο Ηρακλής Σκυριανίδης, που μοιάζει να έχει κληρονομήσει τις συνήθειες του πατέρα του, θεωρεί ότι η μακροζωία του, δίχως άλλο είχε να κάνει με το γαλήνιο περιβάλλον και τον καθαρό αέρα των Πλατρών, στο οποίο πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. «Έφυγε στον ύπνο του ένα βράδυ, αφού είχαμε κάνει τη βόλτα μας στους διαδρόμους του ξενοδοχείου. Μέχρι τα τελευταία του είχε διαύγεια πνεύματος και μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε συζήτηση με τον καθένα. Αυτό είναι ευλογία», καταλήγει, με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

swipe gallery

«Αυτό το ξενοδοχείο είναι το παιδί μου...»

Με γονείς και παππού ξενοδόχους, ο μικρός Ηρακλής ήταν δύσκολο να μη θέλει να ακολουθήσει τον δρόμο αυτό. «Στην Αγγλία πήγα αποφασισμένος να σπουδάσω ξενοδοχειακά. Βέβαια, όταν άρχισα τις σπουδές μου, συνειδητοποίησα ότι όλα όσα μάθαινα τα πρώτα χρόνια, ήταν για εμένα γνώριμα, λόγω της καθημερινής μου επαφής με το ξενοδοχείο στις Πλάτρες», λέει ο Ηρακλής.

«Ήθελα πάντα να μιλώ με όλους τους πελάτες, γι’ αυτό και μετά από τα 140 δωμάτια, σταμάτησε η επέκταση του ξενοδοχείου», εξηγεί.

Θυμάται ακόμα κάποιες στιγμές όταν ήταν νεαρός, που είχε επικουρικό ρόλο στη λειτουργία του ξενοδοχείου: «Στη διάρκεια των μεγάλων χορών που γίνονταν έξω στον κήπο, περιφρουρούσα ώστε να αποτρέψω τους παρείσακτους να μπουν στο ξενοδοχείο, χωρίς να πληρώσουν είσοδο». Από το 1962, όταν επέστρεψε από την Αγγλία, μέχρι και σήμερα, αφιέρωσε τη ζωή του στο Forest Park. «Εγώ δεν έκανα οικογένεια. Έχω αυτό το ξενοδοχείο σαν παιδί μου», παραδέχεται.

swipe gallery

Το μικρό υποστατικό που βρίσκεται στον χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου, εξυπηρετούσε παλιότερα ως γραφείο ενοικίασης αυτοκινήτων. Σήμερα, λειτουργεί ως ένα μικρό χιονοδρομικό μουσείο, αφού φιλοξενεί μια μεγάλη γκάμα από πέδιλα σκι, από τα πρώτα, ξύλινα και ογκώδη που χρησιμοποιούσε ο Γιώργος Σκυριανίδης, μέχρι τα πιο σύγχρονα, που συνεχίζει να χρησιμοποιεί ο 78χρονος Ηρακλής.

Δίπλα στον πατέρα του, υπήρξε κομμάτι μιας λαμπρής σελίδας της κυπριακής ξενοδοχοβιομηχανίας, όταν τα ονόματα ξενοδοχείων όπως το Forest Park και το Βερεγγάρια ήταν γνωστά σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο (και όχι μόνο). «Ο μεγάλος ανταγωνιστής για εμάς ήταν το Βερεγγάρια, που λειτουργούσε στον Πρόδρομο», λέει.

Σύμφωνα με τον Ηρακλή Σκυριανίδη, ένα μειονέκτημα που είχε το Βερεγγάρια ήταν ότι, όπως όλα τα ξενοδοχεία της εποχής του, είχε μόνο κοινόχρηστες τουαλέτες για κάθε όροφο και όχι ιδιωτικά μπάνια για κάθε δωμάτιο.

«Τότε πήραμε την απόφαση να επενδύσουμε ένα ποσό 12.000 λιρών, για να χτυπήσουμε τον ανταγωνισμό, κατασκευάζοντας μπάνια και τουαλέτες για κάθε δωμάτιο. Χάθηκαν 18 δωμάτια στις αρχές του ’60, γιατί χρησιμοποιήθηκαν για να δημιουργηθούν ιδιωτικά μπάνια και τουαλέτες», συμπληρώνει ο ίδιος.

«Ήταν μεγάλης κλίμακας έργο αυτό, ξηλώθηκε ολόκληρο το ξενοδοχείο, αλλά αυτό άλλαξε την εικόνα του ριζικά. Γιατί τότε, ακόμα και οι οδηγοί των επισκεπτών μας που έρχονταν από το Ισραήλ κατά κανόνα, δεν δέχονταν να χρησιμοποιήσουν κοινόχρηστα μπάνια», εξηγεί.

«Μακάρι να υπήρχαν και άλλα ξενοδοχεία στην περιοχή, που να λειτουργούν και να δέχονται μεγάλο αριθμό επισκεπτών», υποστηρίζει σήμερα ο Ηρακλής Σκυριανίδης.

«Το Forest Park συχνά έχει 100% πληρότητα, ενώ συνεχώς τηλεφωνεί κόσμος που θέλει να κλείσει δωμάτια και δεν υπάρχουν διαθέσιμα. Αν υπήρχαν και άλλα ξενοδοχεία, θα υπήρχε ενδιαφέρον και από πρακτορεία να προωθήσουν την περιοχή αυτή ως προορισμό», λέει.

swipe gallery

Σήμερα, το ξενοδοχείο έχει περάσει στη διαχείριση μιας εταιρείας, η οποία αναλαμβάνει αρκετά ξενοδοχεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Ο ίδιος συννεφιάζει κάπως όταν η κουβέντα πάει στη σημερινή διαχείριση του ξενοδοχείου. Για τον ίδιο ήταν μια αναγκαστική υποχώρηση μετά από πολλές δεκαετίες στο τιμόνι της οικογενειακής επιχείρησης, προκειμένου να μπορέσει να ορθοποδήσει οικονομικά. Το Forest Park, έχοντας χαράξει μια πρότυπη πορεία και πλησιάζοντας τον 1 αιώνα ζωής, χρειάστηκε να προσαρμοστεί σε νέα και πολύ διαφορετικά δεδομένα. Οι βασιλιάδες, οι διπλωμάτες και οι Βρετανοί αριστοκράτες μπορεί να μην είναι πια οι κύριοι επισκέπτες του, όμως παραμένει ένα χώρος με ιδιαίτερη ταυτότητα, που φέρει το στίγμα της αρχοντιάς μιας άλλης εποχής και της πλούσιας ιστορίας του τόπου.

Ο Γεώργιος Σκυριανίδης κατά τη δεκαετία του '80, στην είσοδο του Forest Park, με τους 2 γιους του, Ηρακλή (δεξιά) και Αντώνη (αριστερά). Ο Αντώνης διετέλεσε βοηθός διευθυντή του Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία και στη συνέχεια διευθυντής του ξενοδοχείου Μιραμάρε στη Λεμεσό.

Άλλωστε, το πυκνό πευκοδάσος, η ιδιαίτερη γαλήνη και η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, ακόμα έλκουν επισκέπτες στις Πλάτρες. Οι χάρες που έκαναν την περιοχή δημοφιλή προορισμό πριν 100 χρόνια (τα πλούσια νερά και οι καταρράκτες, τα γραφικά μονοπάτια, το τραγούδι των αηδονιών το καλοκαίρι), παραμένουν αξίες ακλόνητες. Έτσι, μετά από μια σημαντική ανακαίνιση, η οποία ανέδειξε τα αρχικά του χαρίσματα και βελτίωσε τις ανέσεις που έπρεπε να εκσυγχρονιστούν, το Forest Park έχει ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο και η προτίμηση των επισκεπτών που παραμένει αμείωτη, είναι λόγος για να χαμογελά όχι μόνο ο Ηρακλής Σκυριανίδης, αλλά και όσοι γνώρισαν, αγάπησαν και γοητεύονται από τη μαγεία των Πλατρών.

swipe gallery

Αν και περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις Πλάτρες, κάποιες φορές ο Ηρακλής επισκέπτεται και το σπίτι της οικογένειας στη Λεμεσό, το οποίο χτίστηκε στην παραλία της Γερμασόγειας το 1946, όταν στην περιοχή εκείνη δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Σε αντίστοιχη τοποθεσία βρισκόταν παλιότερα το σπίτι του παππού του, που σήμερα δεν υπάρχει πια. Η παραλία αυτή είναι σήμερα το αγαπημένο του σημείο για κολύμπι στη θάλασσα.

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα αφιερώματα του Project «Ιστορία της Λεμεσού» παρουσιάζουν υλικό που έχει προκύψει από τις μέχρι στιγμής ιστορικές έρευνες. Τυχόν νέα δεδομένα, ενσωματώνονται στα αφιερώματα αφού επιβεβαιωθούν.


Αγαπάς και εσύ τη Λεμεσό;

Κάνε εγγραφή για να ανακαλύπτεις συνέχεια ό,τι πιο νέο, ξεχωριστό και όμορφο θα βρεις στην πόλη και επαρχία.