14708
A CITY FULL OF FEELINGS A CITY FULL OF FEELINGS


Υπό την αιγίδα:
evel limassol

Ο Β. Δημητριάδης, ο Λεμεσιανός με εξαγωγές ακόμα και στην Κίνα, μιλάει για όλα πρώτη φορά!

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όλα τα αφιερώματα του All About Limassol (ως ο Επίσημος Οδηγός της Λεμεσού) αποσκοπούν ΜΟΝΟ στο να αναδείξουν τις διαφορετικές πτυχές αυτής της υπέροχης πόλης, με σκοπό να γνωρίζουν όλοι τις ξεχωριστές επιλογές που προσφέρονται. Σε καμία περίπτωση δεν έχουν διαφημιστικό ή αξιολογικό χαρακτήρα και δεν εξυπηρετούν συμφέροντα Εταιρειών, Δήμων, Οργανισμών ή Ιδιωτών.

Σάββατο πρωί και εμφανίζεται στο ραντεβού χαμογελαστός και ευδιάθετος. Τα τελευταία χρόνια φροντίζει να κρατάει τα πρωινά αυτά για χαλαρές στιγμές με φίλους ή οικογένεια. Χρειάστηκε να αλλάξει το πρόγραμμα, βέβαια, για να χωρέσει η συνέντευξη μέσα σε μια πιεστική ρουτίνα, που μοιράζεται μεταξύ ταξιδιών στην Αγγλία, το Ντουμπάι και την Κίνα. Το όνομα του Βάσου Δημητριάδη έγινε γνωστό μέσω του ομίλου Demetriades Handling (με έντονη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας και του εμπορίου, που απλώνεται σε 70 χώρες ανά τον κόσμο). Θα περίμενε κανείς ότι πίσω από τέτοιας εμβέλειας επιχείρηση βρίσκεται ένας σοβαροφανής, μεσόκοπος κύριος, που στέρεψε πια από ζωντάνια. Αντίθετα, στο ανάλαφρο και ανεπιτήδευτο φέρσιμο του Βάσου, βλέπεις έναν έφηβο ετών… 49.

Η συνάντηση έγινε στο Diamante Blu, τον χώρο που έχει δημιουργήσει εδώ και λίγα χρόνια στο Παλιό Λιμάνι Λεμεσού, με θέα στην ακτογραμμή της πόλης. Με το που μπήκε στο μαγαζί, άρχισε τα καλαμπούρια και τα πειράγματα με όλους, επισκέπτες και προσωπικό. Η επαφή με τον κόσμο είναι χάρισμα και φαίνεται ότι τον γεμίζει, κάτι που εύκολα το αναγνωρίζει κανείς από το πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του, όσο μιλάει με κόσμο. Αν και αβίαστο, το χαμόγελο δεν είναι κάτι που του χαρίστηκε βέβαια. Ο Βάσος Δημητριάδης υπήρξε στη ζωή του αρκετά άτυχος, ώστε να μπορεί να έχει το δικαίωμα να μεμψιμοιρεί για χρόνια για όσα χρειάστηκε να αντιμετωπίσει ήδη από μικρή ηλικία. Φρόντισε, όμως, να αξιοποιήσει τόσο θαρραλέα τις στιγμές που η τύχη του χαμογέλασε, ώστε να μπορεί σήμερα να είναι ένας από τους πιο πετυχημένους και αυτοδημιούργητους επιχειρηματίες της Κύπρου.

Αυτή ήταν και η αφορμή για να γίνει και η συγκεκριμένη συνέντευξη στο All About Limassol (τον Επίσημο Οδηγό της Λεμεσού), αφού ο Βάσος Δημητριάδης, που ξεκίνησε την πορεία του από μια μικρή, οικογενειακή βιοτεχνία που κατασκεύαζε χωνάκια παγωτού, σήμερα εκπροσωπεί τη Λεμεσό και την Κύπρο σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρηματικές και βιομηχανικές εκθέσεις διεθνώς. Βέβαια, όταν πιάνεις την κουβέντα με έναν άνθρωπο που το έχει κανόνα να μιλάει ανοιχτά, χωρίς κόμπλεξ και αναστολές, η μία ιστορία φέρνει την άλλη και το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται σιγά – σιγά από την αρχή μέχρι το σήμερα.

Επισκέπτεται τακτικά το Παλιό Λιμάνι, όπου βρίσκεται το Diamante Blu, και ο προσιτός χαρακτήρας του ήταν αναπόφευκτο να τον φέρει κοντά με όλο τον κόσμο που κινείται καθημερινά στην περιοχή.

Ο επαναπατρισμός από το Λονδίνο στη Λεμεσό

Το 1981, η οικογένεια Δημητριάδη εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λεμεσό, αφήνοντας οριστικά πίσω της τη ζωή στο Λονδίνο, όπου οι γονείς του Βάσου διατηρούσαν ένα στέκι με fish & chips. Ο ίδιος και ο λίγο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Γιώργος, ήταν τότε παιδιά και η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον ήταν εκ των πραγμάτων δύσκολη. Το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια μετά τον επαναπατρισμό ήταν κυριολεκτικά αγώνας επιβίωσης για την οικογένεια, έκανε την προσαρμογή ακόμα δυσκολότερη.

«Οι γονείς μου πήραν την απόφαση να επιστρέψουμε, γιατί αυτή ήταν πάντα η επιθυμία τους, αλλά τελικά πήγαν όλα ανάποδα», λέει ο Βάσος. «Ο πατέρας μου ασχολήθηκε μαζί με τον αδερφό του με μια εταιρεία κατασκευής ταξιδιωτικών βαλιτσών, οι οποίες εξάγονταν στη Λιβύη. Η επιχείρηση δεν πήγε καθόλου καλά, χρεωκόπησε και ο πατέρας μου έμεινε ξεκρέμαστος. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μην υποστούμε εμείς τις συνέπειες – παρά τις δυσκολίες, συνεχίσαμε να φοιτούμε στο Grammar School, όπου γραφτήκαμε, για να είναι ομαλή η μετάβαση από τα σχολεία της Αγγλίας.

Για μια περίοδο χρειάστηκε να μείνουμε σε σπίτι που μας είχε παραχωρήσει ένας συγγενής, το οποίο ήταν σε μια ημιτελή οικοδομή. Σε αυτό, δεν υπήρχαν καν εσωτερικές πόρτες και είχαμε κουρτίνες στη θέση τους.

Οι τοίχοι δεν ήταν βαμμένοι και θυμάμαι ότι εγώ και ο αδερφός μου γυρνούσαμε στα γκαράζ και παίρναμε αφίσες αυτοκινήτων για να καλύψουμε τους τοίχους των δωματίων μας, που ήταν σκέτο μπετόν».

Εκείνη την περίοδο, ο πατέρας του Βάσου ανέλαβε να βοηθήσει τον άλλο αδερφό του σε μια βιοτεχνία με χωνάκια παγωτού, αφού εκείνος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και αδυνατούσε να ανταπεξέλθει. Μάλιστα, εκείνο το διάστημα, το μόνο μεταφορικό μέσο της οικογένειας ήταν το επαγγελματικό βαν, που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του στη δουλειά. 

Ο Βάσος (αριστερά) και ο πατέρας του (δεξιά), στο πλαίσιο βράβευσης του δεύτερου.

Ο Γιώργος και ο Βάσος βρέθηκαν σύντομα δίπλα στον πατέρα τους, τελειώνοντας το σχολείο, προκειμένου να βοηθήσουν στη βιοτεχνία. Ο Βάσος είχε ξεκινήσει, βέβαια, να φοιτά σε ένα κολλέγιο στη Λευκωσία, όμως ένα πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Γιώργος με την όρασή του, τον ανάγκασε να αφήσει τις σπουδές και να αναλάβει ευθύνες στη δουλειά, ως πωλητής, διανομέας και λογιστής. Ήταν μια απόφαση που δε μετάνιωσε ποτέ.

«Δίπλα στον πατέρα μας, μάθαμε τη διαδικασία των επιχειρήσεων: να υπολογίζουμε το κόστος, να ψάχνουμε προοπτικές ανάπτυξης, να παίρνουμε ρίσκα. Αυτός ήταν το σχολείο μας», τονίζει ο Βάσος.

«Από μικροί βοηθούσαμε στη δουλειά, ήδη από το μαγαζί με fish & chips που είχαμε στο Λονδίνο. Δε μας ανάγκασε ποτέ ο ίδιος, ξέραμε ότι έχουμε την ηθική υποχρέωση να βοηθήσουμε. Ναι, κάποιες φορές, σαν παιδιά κι εμείς, δυσανασχετούσαμε, όμως ήμασταν πάντα δίπλα στον πατέρα μας, για να βοηθήσουμε την οικογένεια», συμπληρώνει.

«Έτσι μεγάλωσα και τα δικά μου παιδιά, για να είναι ταπεινά, αν και αυτό δεν είναι πολύ συνηθισμένο στην εποχή μας. Ο γιος μου δούλεψε στο γκαράζ που έχουμε τους ανυψωτήρες από μικρός. Η δουλειά του ήταν να καθαρίζει, για να λερωθούν τα χέρια του από τη δουλειά. Έτσι μπόρεσε να καταλάβει και ο ίδιος τη δυσκολία της, αλλά και οι υπόλοιποι συνεργάτες είδαν ότι δεν δικαιούται κάποιος προνομιακή μεταχείριση, μόνο και μόνο επειδή είναι γιος του ιδιοκτήτη».

Τα 4 παιδιά του Βάσου και της συζύγου του, Κάλλιας, δεν φοίτησαν σε ιδιωτικό σχολείο, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν απόφοιτος του Grammar School. «Αν θέλεις να μάθεις και να πετύχεις στη ζωή σου, μπορείς να τα καταφέρεις σε οποιοδήποτε σχολείο κι αν φοιτήσεις», λέει ο ίδιος. Ξέρει ότι η γνώση είναι δύναμη και ενθαρρύνει τα παιδιά του να σπουδάσουν, όμως δεν έχει σκοπό να πιέσει κάποιο αν δεν το θέλει.

Ήσουν καλός μαθητής στο σχολείο;
Δεν ήμουν και ο καλύτερος μαθητής, αν και θα μπορούσα να είμαι. Ποτέ δε μου άρεσε να διαβάζω βιβλία – νομίζω ότι δεν έχω διαβάσει ποτέ κανένα βιβλίο. Ακόμα κι όταν χρειαστεί να διαβάσω οδηγίες χρήσης για κάποιο νέο απόκτημα (όπως μια φωτογραφική), αναθέτω σε κάποιον άλλο να το κάνει για εμένα και να μου δείξει μετά στην πράξη πως γίνεται.

Από τότε ακόμα, μου άρεσε κυρίως να περνάω καλά στη ζωή μου. Ακόμα και τώρα, με όλη την πίεση και το τρέξιμο που έχω στη δουλειά, επιδιώκω το Σάββατο να δω φίλους, να φάμε μαζί το πρωί ή το μεσημέρι. Παλιότερα το θεωρούσα δεδομένο ότι θα δούλευα το Σάββατο.

Τι σου αρέσει περισσότερο στη δουλειά που κάνεις;
Η επαφή με τον κόσμο, είτε είναι έξω στην αγορά, είτε είναι μέσα στην εταιρεία, αποτελεί και το αγαπημένο μου κομμάτι στη δουλειά, αν και έχω διάφορες ευθύνες πια, και ασχολούμαι και με τη διοίκηση, και με την οικονομική διαχείριση και με το marketing. Όταν ανέλαβα το πόστο στην εταιρεία με τα χωνάκια, πήγαινα 3 – 4 φορές την ημέρα στη Λευκωσία, για να συναντήσω τους πελάτες μας. Πολλές φορές περίμενα ώρα, μέχρι να κλείσουν τους λογαριασμούς τους.

Καθόμουν και άκουγα τις έγνοιες ή τα παράπονά τους, μιλούσα με όλο αυτό τον κόσμο. Ήταν κομμάτι της δουλειάς μου, γιατί εγώ φρόντιζα να διατηρηθούν οι συνεργασίες αυτές, αλλά ήταν και κάτι που με ικανοποιούσε πάντοτε.

Σε ικανοποιούσε η δουλειά στην επιχείρηση με τα χωνάκια;
Ναι, ήταν μια επιχείρηση που μεγάλωνε συνέχεια τα πρώτα χρόνια, είχαμε καλό άνοιγμα στην αγορά και κάποια στιγμή μείναμε με μόνο ένα μεγάλο ανταγωνιστή, ο οποίος προμήθευε τότε τα παγωτά Παπαφιλίππου. Εγώ ήθελα να επεκταθούμε παραπέρα και πρότεινα στον πατέρα μου να αγοράσουμε τον ανταγωνιστή. Η απάντησή του ήταν κάθετη: «Τι ανοησίες είναι αυτές; Θα φας μπάτσο νομίζω!». Δεν μπορούσε να δει ότι αυτή ήταν μια πρόσφορη επένδυση.

Μεγαλώσατε με αυστηρό πατέρα, δηλαδή.
Ήταν αυστηρός όπου έπρεπε, και είχε τον πρώτο λόγο στο σπίτι. Μας δίδαξε αρχές, όμως, και γι’ αυτό είμαστε δεμένοι και αλληλέγγυοι όλοι μεταξύ μας. Ξέραμε ότι όταν θα έμπαινε στο σπίτι είτε ο ίδιος, είτε η μητέρα, θα τους παίρναμε αγκαλιά και θα τους φιλούσαμε. Την ίδια σχέση έχω αναπτύξει και με τα δικά μου παιδιά σήμερα.

Όταν η συζήτηση πήγε στη σχέση με τη σύζυγό του, Κάλλια, η συγκίνηση ήταν έκδηλη στο πρόσωπο του Βάσου. Η οικογένεια που έφτιαξαν μαζί μοιάζει να έχει δυναμώσει τον δεσμό τους μέσα στα χρόνια και προσβλέπουν σε ακόμα ομορφότερες στιγμές στο μέλλον, αφού φρόντισαν να κάνουν παιδιά νέοι και έχουν την ευκαιρία να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο ο ένας στον άλλο πια.

Ζήτησες εσύ από τα παιδιά σου να φέρονται έτσι ή το έκαναν από μόνα τους;
Είναι κάτι που το μαθαίνουν εμπειρικά. Έχω αναπτύξει μια φιλική σχέση με τα παιδιά μου, μιλάμε ανοιχτά, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχει σεβασμός και εμπιστοσύνη. Έχει τύχει να φερθώ σκληρά, όταν διαπίστωσα ότι σε μια έξοδό του ο γιος μου είχε καπνίσει, και μάλιστα μου είπε ψέματα όταν τον ρώτησα, ενώ η μυρωδιά όταν με πλησίασε ήταν ξεκάθαρη. Αν και ήταν ήδη άντρας σχεδόν τότε, 17 χρονών, δε δίστασα να ρίξω σφαλιάρα.

Περισσότερο με ενόχλησε το ψέμα, παρά το γεγονός ότι κάπνισε. Τιμωρήθηκε, πήρε το μάθημά του και όλα επέστρεψαν στην ομαλότητα, γιατί στη βάση της η σχέση είναι πολύ καλή και ακόμα και σε club βγαίνουμε μαζί το βράδυ.

Μιλάς το ίδιο ανοιχτά και με τον γιο και με τις κόρες σου;
Σίγουρα είναι διαφορετική η σχέση που υπάρχει με τον γιο, μπορούμε να μιλήσουμε ευκολότερα για κάποια πράγματα, ιδίως για θέματα που προκύπτουν στην εφηβεία. Αλλά και στις κόρες μου μίλησα ανοιχτά και για τα θέματα των ερωτικών σχέσεων ακόμα. Τους μετέφερα κι εγώ εμπειρίες και γνώσεις, με σκοπό να τις προϊδεάσω και να τις προειδοποιήσω ακόμα, ώστε να είναι πιο έτοιμες να διαχειριστούν κάποιες καταστάσεις.

Στην ερώτηση αν θα ασχολούνταν ποτέ ο ίδιος με την πολιτική, η απάντηση έρχεται με γέλια και χιούμορ: «Μπα, δε με ενδιαφέρει μια τέτοια θέση. Είναι λίγα τα λεφτά – τα νόμιμα τουλάχιστον».

Με την πολιτική τι σχέση έχεις;
Έχω έναν κύκλο ανθρώπων με τους οποίους γνωρίζομαι ή και συνεργάζομαι, με τους οποίους θα μπορούσες να πεις ότι αποτελούμε ένα «λόμπυ». Έχει καθιερωθεί το σπίτι μου να το ανοίγω συχνά σε πολιτικούς όλων των χώρων. Πρόσφατα, με αφορμή την προσωπική φιλία που διατηρώ με τον Μάριο Κάρογιαν, τον φιλοξένησα για μια συνάντηση με κόσμο προεκλογικά. Δεν στηρίζω κανένα κομμά φανατικά. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό για έναν επιχειρηματία να διατηρεί πολιτική ουδετερότητα. Πέρα από αυτό, επειδή οι πολιτικοί που έρχονται στο σπίτι μου καλούνται να μιλήσουν μπροστά σε κόσμο που δεν είναι απαραίτητα ψηφοφόροι τους, ανοίγει πάντα μια ωραία συζήτηση, γιατί διατυπώνονται και ερωτήσεις που εγείρουν προβληματισμό.

Εγώ είμαι επιχειρηματίας. Αυτό σημαίνει ότι για να εξελίσσεται η δουλειά μου, χρειάζομαι προκλήσεις. Νομίζω ότι έτσι έχουν τα πράγματα και στην πολιτική: πρέπει να υπάρχει πάντα κάτι καινούριο, να προτείνει κάτι διαφορετικό, να δημιουργεί προκλήσεις. Αλλιώς υπάρχει εφησυχασμός.

Έχεις όφελος από τη γνωριμία με πολιτικούς;
Κάποιες φορές ναι. Το όφελος δεν έχει να κάνει απαραίτητα με το γεγονός ότι είναι πολιτικοί, αλλά γενικότερα, όταν γνωρίζεις κόσμο, μπορείς στη συνέχεια να ζητήσεις και τη βοήθεια κάποιου. Όπως κι εγώ, όταν γνωρίζω κάποιον και αναπτύσσω μια καλή σχέση μαζί του, θα βοηθήσω ή θα κάνω μια χάρη όταν μου το ζητήσει.

Συνηθίζεις να βοηθάς γενικά;
Βοηθώ όπου βλέπω ότι χρειάζεται, είτε είναι γνωστός και φίλος, είτε είναι κάποιος άνθρωπος που θα τύχει να δω στο περιβάλλον μου ότι δυσκολεύεται. Δε μου αρέσει να μιλώ γι’ αυτό, δε με χαρακτηρίζει η αυτοπροβολή. Κάποτε το είχα συζητήσει και με τον γιο μου: αν δεις μια γιαγιά με βαριά σακούλα να προσπαθεί να διασχίσει τον δρόμο, θα τη βοηθήσεις, όχι γιατί στο ζήτησε, αλλά γιατί θα νιώσεις κι εσύ καλά με αυτό.

swipe gallery

Οι άνθρωποι που συναντά τακτικά στο περιβάλλον του Diamante Blu, είναι για τον ίδιο ένας κύκλος ανθρώπων οικείος, με τον οποίο αναπτύσσει και προσωπικές σχέσεις.

Το γεγονός ότι η οικογένεια πέρασε δύσκολα όταν ήσασταν πιο μικροί, είναι λόγος για να βοηθάς;
Δεν το σκέφτομαι έτσι. Η αλήθεια είναι ότι όταν αντιμετωπίσαμε δυσκολίες, δεν είχαμε καθόλου βοήθεια, κι ας ήμασταν σε οικείο περιβάλλον. Δεν την ζήτησε, βέβαια, και ο πατέρας μου τη βοήθεια, όμως πιστεύω ότι αν κάποιος θέλει όντως να βοηθήσει, θα το κάνει και από μόνος του. Το θέμα είναι να μάθεις να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους ανθρώπους που θα τύχει να βρεθούν στον δρόμο σου. Αυτό αξίζει να το κάνουμε όλοι μας.

Αυτή ήταν η ανατροφή που είχαμε από το σπίτι, γιατί η αλληλεγγύη που υπάρχει μεταξύ μας στην οικογένεια, έχει καθορίσει και τον τρόπο που φερόμαστε γενικότερα στους γύρω μας.

Αυτή η σχέση μεταξύ σας, βοήθησε να αποφύγετε και τις συγκρούσεις στη δουλειά;
Υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η έντονη αντίδραση του πατέρα μου, όταν πρότεινα να εξαγοράσουμε τον κύριο ανταγωνιστή μας, όταν είχαμε το εργοστάσιο για τα χωνάκια. Αντίδραση υπήρξε και πιο μετά. Γιατί, αφού περάσαμε λίγο καιρό μόνοι μας στην αγορά, εμφανίστηκαν και νέοι ανταγωνιστές και τότε πάλι πρότεινα να δημιουργήσουμε μια σύμπραξη όλοι μαζί. Και ο πατέρας, αλλά και ο αδερφός μου διαφώνησαν, όμως προχωρήσαμε τελικά στη σύμπραξη και αποδείχθηκε σωστή επιλογή. Ο πατέρας μου μπορεί να διαφωνούσε γιατί ήταν παλιότερης σχολής σκέψης και ο αδερφός μου είχε άλλο πόστο στην επιχείρηση, επομένως δεν είχε την εικόνα που αποκόμιζα εγώ από την καθημερινή επαφή με την αγορά.

Το γεγονός ότι οι οικογενειακές σχέσεις ήταν ο πυρήνας της εταιρείας, είχε σαν αποτέλεσμα να δεθούν διαχρονικά με αυτή και σημαντικά στελέχη της, όπως ο διευθυντής πωλήσεων, Ρίκκος Σύμιλλίδης (πιο πάνω στη φωτογραφία με τον Βάσο Δημητριάαδη) που εργάζεται στην εταιρεία από την πρώτη μέρα της ίδρυσής της.

Από τα χωνάκια παγωτών, σε έναν όμιλο με εξαγωγές σε όλο τον κόσμο

Από τα χωνάκια παγωτών, πως προέκυψε ο σημερινός όμιλος;
Μετά και τη σύμπραξη με τους ανταγωνιστές μας, η αλήθεια είναι ότι εγώ είχα αρχίσει να χάνω το ενδιαφέρον μου, πια. Δεν υπήρχε πρόκληση για εμένα σε αυτό τον τομέα, ώστε να με κινητοποιήσει για να επιδιώξω βελτίωση και ανάπτυξη. Κάποια στιγμή προέκυψε η ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε δικό μας ανυψωτήρα (fork lift) για τη μεταφορά των χαρτοκιβωτίων μέσα στα οποία συσκευάζονταν τα χωνάκια. Όταν μου το ανακοίνωσε ο πατέρας μου, εγώ δεν ήξερα καν τι είναι το fork lift. Τελικά, έφτασα μέχρι την Αγγλία για να εισαγάγω ένα τέτοιο μηχάνημα και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι, τα αγάπησα αυτά τα μηχανήματα.

Ακόμα και μέχρι σήμερα, με ενθουσιάζει να βλέπω νέα μηχανήματα σε εκθέσεις και να κάνω καινούριες αγορές. Για την ακρίβεια, λυπάμαι λίγο όταν πρέπει να τα πουλήσω.

Για 1 fork lift, δηλαδή, δημιουργήθηκε η Demetriades Handling;
Δεν ήταν απλώς 1 fork lift. Όταν άρχισα να ψάχνω για τέτοιο μηχάνημα, το αναζήτησα εντός Κύπρου και ήταν πολλοί αυτοί που με αποθάρρυναν, προειδοποιώντας με ότι ήταν πανάκριβος ο πωλητής. Γι’ αυτό και όταν πήγα τελικά στην Αγγλία, ανέλαβα να αγοράσω και για τον συνεργάτη μας, που επίσης χρειαζόταν τέτοιο μηχάνημα.

Ήμουν εντελώς ανίδεος όταν άρχισα την έρευνα. Δεν ήξερα καν ότι το φυσιολογικό για τα fork lifts είναι να στρίβουν οι μπροστινοί τροχοί και έψαχνα ένα που να πηγαίνει ευθεία.

Τότε είδα για πρώτη φορά και το ηλεκτρικό fork lift, που δεν έβγαζε ούτε καυσαέρια, δεν έκανε ούτε θόρυβο, και με εντυπωσίασε. Βέβαια, δεν ήξερα καν πως θα τα μεταφέρω και τι μέγεθος container θα χρειαζόμουν για κάτι τέτοιο. Κάπου εκεί, ανακοίνωσα στον πατέρα μου ότι θα έμενα λίγο περισσότερο στην Αγγλία, για να αγοράσω περισσότερα μηχανήματα. Φυσικά και ξαφνιάστηκε ο πατέρας μου, αλλά αυτό δεν άλλαξε τα σχέδιά μου.

«Η ζήτηση για fork lift στην κυπριακή αγορά ήταν περιορισμένη, βέβαια, και αφού ήδη είχα δικτυωθεί στην Αγγλία, άρχισα να λειτουργώ κι εκεί την επιχείρηση. Αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα, δραστηριοποιείται κανονικά στο εξωτερικό και τη διευθύνει ο μικρότερος αδερφός μου».

Ρωτώντας από δω κι από κει, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, μόλις στα 25 μου τότε, γνωρίστηκα κάποια στιγμή με τον Joe the Nose. Αυτός ήξερε να επισκευάζει μηχανήματα και με καθοδήγησε στην αναζήτησή μου για ηλεκτρικά fork lifts. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε μια τεράστια αλάνα, σαν νεκροταφείο μηχανών. Εκεί υπήρχε κι ένας παλιός αχυρώνας, που δεν κινούσε υποψίες από έξω, αλλά μέσα ήταν γεμάτος fork lifts. Για να μην τα πολυλογώ, εκεί έκανα και την πρώτη μου αγορά. Συνέχισα να επισκέπτομαι διάφορους πωλητές μαζί με τον Joe, τον οποίο πλήρωνα για να με καθοδηγεί και να με συμβουλεύει στη διαδικασία αυτή.

Κάποια στιγμή, μιλώντας με τον πατέρα μου του είπα: «Ακόμα κι αν δεν πετύχει η δουλειά, σκέψου ότι είναι σαν να έστειλες τον γιο σου να σπουδάσει. Έμαθα σε 1 μήνα, όσα δεν τα έμαθα τόσα χρόνια». Εννοείται ότι δεν ήταν ψύχραιμη η απάντησή του σε κάτι τέτοιο (γέλια).

Τότε ήταν που το πρόβλημα όρασης που είχε ο αδερφός μου, έγινε απαγορευτικό στο να συνεχίσει να ασχολείται με την επιχείρηση. Είχε κάνει διάφορες εγχειρήσεις στο μάτι του, αλλά γύρω στο 2012 πια αποδείχθηκε ότι θα τον επιβάρυνε αν συνέχιζε την ίδια δραστηριότητα. Ο πατέρας μας είχε ήδη αποτραβηχτεί από τη δουλειά, επομένως ήταν τελεσίδικη η απόφαση για το κλείσιμο.

«Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα πετύχει το εγχείρημα. Ήταν κάτι καινούριο που μόλις ξεκινούσε και ήθελα να το κυνηγήσω».

Ήταν δύσκολη η απόφαση να κλείσει η εταιρεία με τα χωνάκια;
Ήταν σίγουρα μια δύσκολη περίοδος σε προσωπικό επίπεδο. Βέβαια, οι περιπέτειες που είχε ο αδερφός μου, με τις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες υποβλήθηκε, ήταν ένα κίνητρο ώστε να αναζητήσει η οικογένεια έγκαιρα την κατάλληλη αντιμετώπιση για την περίπτωση του γιου του, που αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα. Έτσι, σήμερα το παιδί, στα 26 του πια, είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Δεν μπορώ να περιγράψω τη χαρά μου, όταν ο μικρός μου ανακοίνωσε για πρώτη φορά ότι βλέπει κανονικά.

Οι εταιρείες και τα λεφτά έρχονται δεύτερα. Ο πόνος ή η χαρά των δικών σου ανθρώπων είναι αυτά που καθορίζουν αν η ζωή είναι δύσκολη ή όμορφη.

Στην επαγγελματική σου πορεία δεν είχες δυσκολίες; Ήταν όλα ομαλά;
Τίποτα δεν είναι ομαλό και εύκολο όταν δημιουργείς κάτι από την αρχή. Όταν αναπτυσσόταν η εταιρεία, για παράδειγμα, και χρειαζόμουν λεφτά για να καλυφθούν οι ανάγκες, αλλά τα λεφτά δεν υπήρχαν και έπρεπε να δανειστώ, σαφώς και ήταν δύσκολα τα πράγματα. Δύσκολο ήταν και το γεγονός ότι έπρεπε να εισάγω πιο χαμηλή ποιότητα μηχανημάτων για να μπορώ να καλύπτω το κόστος. Δύσκολο ήταν και το γεγονός ότι έρχονταν σε κομμάτια τα μηχανήματα και έπρεπε να συναρμολογηθούν με δικό μου κόστος. Έλειπε και η εμπειρία και οι πόροι στην πορεία αυτή.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποια στιγμή, που σχεδόν έβαλα τα κλάματα. Ετοιμάζαμε φορτίο με τον Joe και ήταν τέτοιο το κρύο, που είχαν παγώσει και τα μαλλιά μου ακόμα. Ήμουν μόνος σε όλη αυτή τη διαδικασία και αυτό δυσκόλευε τα πράγματα, γιατί στα χωνάκια ήμουν πάντα με τον πατέρα και τον αδερφό μου.

Βέβαια, δεν έφτασα ποτέ στο σημείο να τα παρατήσω. Είχα αρκετές αντοχές λόγω νεαρής ηλικίας, γι’ αυτό και είχα το κουράγιο να συνεχίζω. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι αν ήμουν κάπως μεγαλύτερος, μπορεί και να τα είχα παρατήσει.

Ποιο ήταν το κλειδί για να εδραιωθείς στην αγορά;
Το 1996, λίγους μήνες μετά που ξεκίνησα την εταιρεία, αποφάσισα να φέρω μια άγνωστη μάρκα μηχανημάτων, τη Linde, που ήταν και η πιο ακριβή, γιατί είχε και την καλύτερη ποιότητα. Ήθελα αυτό που θα πουλήσω να είναι κάτι όντως πολύ καλό.

Με ενδιέφερε κυρίως να κερδίσω τον πελάτη με την ποιότητα του προϊόντος. Ήταν δευτερεύον εκείνη τη στιγμή το να κερδίσω λεφτά.

Βέβαια, τότε ήταν άγνωστο το όνομα Δημητριάδης στην αγορά. Για την ακρίβεια, ούτε καν η εταιρεία δε με γνώριζε και δε μου πουλούσε τίποτα, γι’ αυτό και αναγκάστηκα να πάω μέχρι τη Γερμανία να τους συναντήσω, αν και ακόμα και τα λεφτά του εισιτηρίου δεν τα είχα καλά – καλά. Όταν τελικά πούλησα το πρώτο fork lift της Linde στην Κύπρο, ο ένας πελάτης έφερε τον άλλο.

«Στην πορεία μου μέχρι σήμερα, και στη δουλειά, αλλά και στην προσωπική ζωή, με βοήθησε ένα τρίπτυχο: Realization (συνειδητοποίηση, να αντιληφθείς το πρόβλημα) – Action (δράση, να κάνεις κάτι γι’ αυτό) – Success (επιτυχία, να μετρήσεις την αποτελεσματικότητα της λύσης)».

Πως βρέθηκες να εμπορεύεσαι και να ενοικιάζεις ακόμα και ηλεκτρικά αμαξάκια για golf;
Είχαμε φτάσει πια σε σημείο να μπορούμε να προσφέρουμε συνολικά λύσεις για εταιρείες με αποθήκες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η εμπειρία που αποκτήσαμε και στην επισκευή και στη συναρμολόγηση μηχανημάτων μας επέτρεπε να επεκταθούμε. Όταν λειτούργησε το γήπεδο golf στην Τσάδα, ζήτησαν 27 αυτοκίνητα ηλεκτροκίνητα. Κλείσαμε τη συμφωνία, χάριν της τεχνικής υποστήριξης που παρείχαμε. Κατάφερα, μάλιστα, να ρίξω ακόμα περισσότερο το κόστος των αυτοκινήτων, εισάγοντας περισσότερα τεμάχια σε κομμάτια, τα οποία συναρμολογήθηκαν εδώ.

Μόλις έφτασε το container από την Αμερική, μάζεψα φίλους, γνωστούς και συγγενείς, όποιον ήξερε έστω και στοιχειωδώς να χρησιμοποιήσει εργαλεία, κι αρχίσαμε με την καθοδήγηση μηχανικού να συναρμολογούμε τα αυτοκίνητα.

Καταφέραμε εκείνη την περίοδο να έχουμε 99% μερίδιο στην αγορά. Αν και τελικά διαλύθηκε η συνεργασία με την αμερικάνικη εταιρεία που μας τα προμήθευε, αποφάσισα να δημιουργήσω το δικό μας αυτοκίνητο. Μέσα σε μια νύχτα σκέφτηκα το νέο brand,  το Duro Car, που το συναρμολογούμε με κινέζικα και ιαπωνικά εξαρτήματα, αφού αποκτήσαμε πια την τεχνογνωσία.

Σήμερα, το Diamante Blu αξιοποιεί ηλεκτροκίνητα οχήματα για να διευκολύνει τη μετακίνηση των επισκεπτών του από και πριν τον χώρο, σε περίπτωση που έχουν σταθμεύσει μακριά.

Ποιο θεωρείς ότι είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της εταιρείας μέχρι σήμερα;
Όταν επεκταθήκαμε στα υδραυλικά συστήματα, έτυχε να αναλάβουμε και εργασίες πάνω σε πλοία, με αποτέλεσμα να εξαπλωθούμε και στη ναυτιλία. Εκεί, προέκυψε η ανάγκη για αντλίες νερού υψηλής πίεσης, τις οποίες δεν μπορέσαμε να βρούμε από κανέναν από τους προμηθευτές μας. Μάθαμε για κάποια δανέζικη εταιρεία που διέθετε τέτοια μηχανήματα, έγιναν οι απαραίτητες επαφές, αλλά μας άφησε ξεκρέμαστους λίγο πριν μια μεγάλη έκθεση στην Ελλάδα.

«Πήγαμε στην έκθεση με ένα πανό μόνο, που αναπαριστούσε μια μηχανή που είχαμε δημιουργήσει με Photoshop», θυμάται ο Βάσος για την περίοδο που η συμφωνία με τη Δανέζικη εταιρεία βρέθηκε στον αέρα. Σήμερα πια, το λογότυπο και τα μηχανήματα της Combijet φιγουράαρουν στις μεγαλύτερες εμπορικές εκθέσεις στον κόσμο. 

Αυτό τελικά τράβηξε την προσοχή. Όταν χρειάστηκε να δώσουμε την πρώτη προσφορά σε πελάτη μας, πριν 8 χρόνια, αποφασίσαμε να φτιάξουμε τη δική μας αντλία υψηλής πίεσης, συναρμολογώντας μια μηχανή με δικό μας σχεδιασμό. Έτσι γεννήθηκε η Combijet. Ήταν αρκετά μεγάλο το ρίσκο γι’ αυτό το εγχείρημα. Επενδύθηκαν εκατομμύρια σε μια περίοδο που, λόγω του κουρέματος καταθέσεων, είχαν δυσκολέψει όλες οι τραπεζικές συναλλαγές. Αν δεν πήγαινε καλά το σχέδιο, το πλήγμα θα ήταν βαρύ. Αν και δε θα διακινδύνευα ποτέ να διαλυθεί ο όμιλος, σίγουρα θα αναγκαζόμασταν σε συρρίκνωση.

Όλα έγιναν με οδηγό το ένστικτό μου. Είδα ότι υπήρχε ανάγκη στην αγορά, είδα ότι ο μόνος προμηθευτής δεν ήταν συνεργάσιμος και προχωρήσαμε για να καλύψουμε το κενό.

Αυτή τη στιγμή, όμως, πρόκειται για το προϊόν με τις καλύτερες προοπτικές στην αγορά, καθώς είμαστε οι μόνοι που το προμηθεύουμε και ήδη εξάγουμε σε 70 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Κίνα, που είναι μεγάλο επίτευγμα. Επειδή η ισχυρή υδροβολή είναι ο πιο οικονομικός, αλλά και ο πιο οικολογικός τρόπος καθαρισμού μπογιάς από επιφάνειες, το μηχάνημα αυτό αφορά όλες τις βιομηχανίες, σε κάθε κλάδο. Ανταγωνιζόμαστε με αξιώσεις εταιρείες που εδράζονται σε χώρες με 200 χρόνια παράδοσης στη βιομηχανία και στη ναυτιλία.

Το καινοτόμο προϊόν της Demetriades Handling, αλλά και γενικότερα τα είδη που εμπορεύεται, είναι αφορμή για να φιγουράρει συχνά η σημαία της Κύπρου σε μεγάλες εκθέσεις στο εξωτερικό. «Σήμερα υπάρχει στοκ της Combijet στα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου, όπως η Αμβέρσα και η Νέα Υόρκη, αλλά και αντιπρόσωποι της εταιρείας στις μεγαλύτερες οικονομικές και βιομηχανικές δυνάμεις του κόσμου», εξηγεί ο Βάσος.

Ο χώρος της εστίασης πως προσέλκυσε το ενδιαφέρον σου;
Το φαγητό, η εστίαση και γενικότερα η διασκέδαση είναι το μεράκι μου. Απολαμβάνω διπλά να βγαίνω με φίλους για φαγητό, θέλω να το μοιράζομαι με παρέα. Είμαι ικανός να παραγγείλω ολόκληρο το μενού, απλά και μόνο για να δω την παρουσίαση του πιάτου, τους γευστικούς συνδυασμούς. Και στο εξωτερικό, όποτε ταξιδεύω, επιδιώκω να βρεθώ σε στέκια ντόπιων για να δω τις συνήθειες και την κουζίνα τους. Η προτίμησή μου αυτή ήταν και ο λόγος για να ασχοληθώ με τέτοιους χώρους.

Ένα πρώτο πείραμα έγινε με τα Mini Stop Stores, που δημιουργήθηκαν ώστε να διασφαλίσει και μια αμφίδρομη σχέση με αρκετές από τις εταιρείες με τις οποίες συνεργαζόμαστε. Έτσι, πολλές από τις εταιρείες που προμηθεύει η Demetriades Handling, έχουν γίνει οι προμηθευτές για τα συγκεκριμένα καταστήματα.

Τα γλυκά είναι η μεγάλη του αδυναμία και η υπερ - βάφλα που προσφέρει το Diamante Blu, προέκυψε μετά από δικό του αίτημα. Βέβαια, φροντίζει να κρατά τις ισορροπίες με γυμναστική, αν και το γυμναστήριο του φαίνεται βασανιστήριο. Γι’ αυτό και η συναναστροφή με τον κόσμο, το χιούμορ και τα πειράγματα είναι ο τρόπος του να επιβιώνει και εκεί.

«Πριν το Diamante Blu είχα το εστιατόριο Riggato. Στα εστιατόρια έχεις τη δυνατότητα να δεις την ίδια στιγμή την αντίδραση του πελάτη, από τη στιγμή που θα ακουμπήσει το πιάτο στο τραπέζι. Δεν περιμένω να βγάλω λεφτά από τις δουλειές αυτές, γιατί μια περίοδος μπορεί να πηγαίνει καλά και μετά να ακολουθήσει μια άλλη περίοδος, λιγότερο αποδοτική».

«Για εμένα είναι αρκετό να μη χάνω λεφτά από ένα εστιατόριο και να μπορώ να έχω ένα χώρο που να αξιοποιείται και για κοινωνικές επαφές με έναν κύκλο που θέλω να διατηρώ και να αναπτύσσω», εξηγεί.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο τομέας αυτός είναι το ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχει πολύ περιορισμένη προσφορά σε σχέση με τη ζήτηση και είναι δύσκολο να φτιάξεις μια καλή ομάδα για να λειτουργεί σωστά μια επιχείρηση στην εστίαση».

Οι μισθοί επιπέδου 700 - 800 μπορούν να κρατήσουν κάποιον στη δουλειά αυτή;
Αυτό δεν είναι μισθός. Για να δεχτεί να δουλέψει κάποιος με τέτοιο ποσό, είτε είναι στο ξεκίνημά του και προσπαθεί να πάρει εμπειρία, είτε δεν είναι καλός σε αυτό που κάνει και αναγκάζεται να πιάσει δουλειά με οποιεσδήποτε συνθήκες.

swipe gallery

Πέρα από το Diamante Blu, στο Παλιό Λιμάνι Λεμεσού λειτουργεί σήμερα και ένα Mini Stop, ένα είδος πολυ - περιπτέρου, με είδη από καλό καφέ και σάντουιτς, μέχρι βάφλα και παγωτό.

Το επίπεδο της εστίασης είναι ικανοποιητικό στη Λεμεσό;
Είναι καλό το επίπεδο, ναι. Στη διεθνή κουζίνα υπάρχουν καλές επιλογές. Ίσως να υστερούμε στο είδος της ταβέρνας, σε σύγκριση με την Ελλάδα που έχει παρόμοια κουζίνα και δουλεύει με πιο μερακλίδικα πιάτα, αλλά σε γενικές γραμμές μπορεί να βρει κανείς πολύ καλούς χώρους για φαγητό. Βέβαια, αν ήθελα να δω κάτι καινούριο, αυτό θα ήταν ένα καλό κινέζικο εστιατόριο, γιατί το μόνο που υπάρχει είναι εκείνο στο Four Seasons.

Που θα ήθελες να πάρεις κάποιον που φιλοξενείς για λίγες μέρες στην πόλη;
Γενικά το ιστορικό κέντρο, τα δρομάκια γύρω από το Κάστρο ή η Σαριπόλου είναι περιοχές που αξίζει να επισκεφθεί κανείς στη Λεμεσό. Είναι κρίμα, βέβαια, που έχει μαραζώσει το Παντοπωλείο, που θα μπορούσε να είναι ένας φολκλόρ χώρος, με παραδοσιακούς πωλητές, κάτι που αρέσει πάντα στους ξένους που επισκέπτονται έναν τόπο.

Μαθαίνω ότι γίνονται κινήσεις για την αξιοποίηση του χώρου της Δημοτικής Αγοράς, αλλά αν δε διευθετηθεί το θέμα της στάθμευσης, η προσπάθεια αυτή θα σκοντάψει πάλι.

Ποιο είναι το σοβαρότερο πρόβλημα που εντοπίζεις στη Λεμεσό;
Το κυκλοφοριακό δεν έχει αντιμετωπιστεί και όσο αυξάνεται ο πληθυσμός της πόλης, τόσο πιο έντονο γίνεται. Είναι ένα θέμα που όλοι το συζητούν, αλλά επί της ουσίας δεν έχει δοθεί ποτέ λύση. Δεν είναι μόνο το θέμα της κίνησης, αλλά και το θέμα των χώρων στάθμευσης. Αυτό φαίνεται πολύ έντονα στο Παλιό Λιμάνι, που εξελίχθηκε σε πόλο έλξης κόσμου, χωρίς όμως να υπάρχει χώρος στάθμευσης για τα αυτοκίνητά του.

«Σοβαρό κενό είναι και το γεγονός ότι έχουμε μείνει πίσω σε ό,τι αφορά τις υποδομές για κίνηση με ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Θα έπρεπε να είχαν ήδη δημιουργηθεί σημεία φόρτισης τέτοιων οχημάτων, αλλά και χώροι στάθμευσης ειδικά για τέτοιες περιπτώσεις».

Είναι ανοιχτοί σε νέες ιδέες οι Λεμεσιανοί;
Είναι ανοιχτοί σε τάσεις, σε συνήθειες που γίνονται μόδα. Τα καταστήματα καφέ για παράδειγμα, που είναι μια μόδα της εποχής, έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή στη Λεμεσό. Εξαρτάται, λοιπόν, από το τι είναι το καινούριο, που καλείται να επιλέξει ο Λεμεσιανός. Μπορεί να υπάρχει κάποια αντίσταση, για παράδειγμα, στο θέμα των ψηλών κτιρίων. Για εμένα δεν υπάρχει λόγος να το φοβόμαστε αυτό. Ας κτιστούν ψηλά κτίρια, να αντικαταστήσουν τις άχαρες πολυκατοικίες που βλέπουμε κατά μήκος του παραλιακού σήμερα.

Τα χρειαζόμαστε αυτά τα κτίρια, προκειμένου να φιλοξενήσουν κόσμο και εταιρείες, που θα αναδείξουν τη Λεμεσό σε εμπορικό κέντρο.

Έχουμε μια υψηλή θέση στη ναυτιλία παγκόσμια και αξίζει να χτίσουμε πάνω σε αυτό. Η μόνη επιφύλαξη που έχω είναι να μην καταλήξουν κτίρια φαντάσματα, που χρησιμοποιήθηκαν μόνο για να εξασφαλίσουν διαβατήρια κάποιοι υπήκοοι τρίτων χωρών.

Οι Λεμεσιανοί αγαπούν τον τόπο τους, τελικά;
Τον αγαπούν, ναι. Βέβαια, πολλές φορές αυτό δεν εκφράζεται στην πράξη. Ίσως να την έχουμε κάπως δεδομένη και γι’ αυτό δεν φροντίζουμε να δείξουμε την εκτίμηση και τον σεβασμό μας. Γι' αυτό και τη λερώνουμε τόσο πολύ.

Τι θα ήθελες να δεις να βελτιώνεται στη Λεμεσό;
Θα ήθελα καλύτερες παραλίες. Υπάρχουν όμορφες ακτές, αλλά πολλές δεν είναι προσεγμένες, δεν είναι καθαρές και δεν έχουν κατάλληλες, οργανωμένες υποδομές. Επειδή αγαπώ και τη διασκέδαση, θα ήθελα να έβλεπα και περισσότερους χώρους για αυτό τον σκοπό. Πέρα από τα μαγαζιά του Breeze δεν υπάρχουν ιδιαίτερα πολλές επιλογές και, αν και υπάρχει μουσικό πρόγραμμα στις Νότες, για παράδειγμα, η χωρητικότητα του χώρου είναι σίγουρα μικρή.

Ο Βάσος Δημητριάδης πήρε την απόφαση να φτιάξει μια νέα εταιρεία με fork lift κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού. Επίσης, εφηύρε την ιδέα για τα Mini Stops μετά από μια βουτιά στη θάλασσα. Όσο για τις αντλίες Combijet, ένα καινοτόμο προϊόν που έχει βάλει τη Λεμεσό στον χάρτη του διεθνούς εμπορίου, ήταν μια ιδέα που γεννήθηκε μέσα σε μια νύχτα. Η επαγγελματική του πορεία μοιάζει να έχει κριθεί σε στιγμές και η ικανότητά του να κάνει τις στιγμές αυτές να λειτουργούν προς όφελός του, τον έχει κάνει να ξεχωρίσει. Το ανήσυχο και φιλοπερίεργο πνεύμα που τον χαρακτηρίζει, τον έχουν κάνει δραστήριο και αποτελεσματικό στη δουλειά. Την ίδια στιγμή, η ζωντανή και θετική του προσωπικότητα, επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για χαρακτηριστικό δείγμα Λεμεσιανού, που περνά με χιούμορ και κέφι τις μέρες του.

Θέλοντας και μη, κουβαλάει τη Λεμεσό μαζί του σε όλα τα ταξίδια του, από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Εκτός από αυτό, όμως, ξέρει ότι και όσα έχει πετύχει έχουν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με τη νευραλγική θέση και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην πόλη του. Όσο κι αν δεν είχε την ευκαιρία να σπουδάσει, λοιπόν, όσο κι αν δεν έγινε ποτέ φίλος με τα βιβλία, βρήκε τον τρόπο μέσα από κάθε του δραστηριότητα να αντλεί ανατροφοδότηση και να την αξιοποιεί πολύπλευρα. Η πορεία αυτή δείχνει ότι ο Βάσος  είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση σκληρά εργαζόμενου, αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, με οξύνοια και ικανότητες, που διαφυλάσσει ως κόρην οφθαλμού τις αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκε, όπως είναι οι πλείστοι άνθρωποι που έβαλαν κατά καιρούς το λιθαράκι τους για να ανεβεί λίγο ψηλότερα η Λεμεσός.


Αγαπάς και εσύ τη Λεμεσό;

Κάνε εγγραφή για να ανακαλύπτεις συνέχεια ό,τι πιο νέο, ξεχωριστό και όμορφο θα βρεις στην πόλη και επαρχία.