A CITY FULL OF FEELINGS A CITY FULL OF FEELINGS







Υπό την αιγίδα:
evel limassol
Επίσημοι Συνεργάτες

Κ. Φιλιππίδης: Η ιστορία του «παππού με τις πορτοκαλάδες» στη Λεμεσό!

Η Λεμεσός είναι οι άνθρωποί της, όλα αυτά τα πρόσωπα που την χτίζουν λιθαράκι – λιθαράκι, δίνοντάς της ψυχή και χρώμα καθημερινά. Κι αν τους κοιτάξεις έναν – έναν προσεκτικά, θα βρεις σ’ αυτούς κι από ένα κομμάτι της Λεμεσού. Με αφιερώματα μέσα από το All About Limassol, την Επίσημη Πηγή Προβολής της Λεμεσού, οι άνθρωποι αυτοί αναδεικνύονται ως πλεονέκτημα της πόλης. Για τους νεότερους, το όνομα του Κυριάκου Φιλιππίδη ήταν άγνωστο, τον γνώριζαν όμως, ως τον «παππού με τις πορτοκαλάδες». Καθόταν πάντα στο πέρασμα του πεζοδρόμου της Γενεθλίου Μιτέλλα, χαιρετώντας χαμογελαστός. Έτσι τον γνώρισαν πολλοί τα τελευταία χρόνια, ντόπιοι, αλλά και ξένοι. Μια από τις χαρακτηριστικές φιγούρες της πόλης, ο Κυριάκος Φιλιππίδης έζησε στο ιστορικό κέντρο της Λεμεσού κάτι λιγότερο από 1 ολόκληρο αιώνα και η μορφή του δέθηκε με τα στενά, γραφικά δρομάκια της περιοχής. Ήταν, μάλιστα, ένα από τα πιο δραστήρια και δημιουργικά στοιχεία της περιοχής, αφήνοντας τη δική του παρακαταθήκη στο ιστορικό κέντρο της Λεμεσού.

Ο Κυριάκος Φιλιππίδης, υποδηματοποιός στο επάγγελμα, θα βρισκόταν ακόμα εκεί να χαιρετάει χαμογελαστός και ακμαίος τους περαστικούς, αν δεν είχε εκείνο το αναπάντεχο ατύχημα μια βροχερή μέρα του Ιανουαρίου του 2018. Στα 98 του χρόνια, έχοντας συμπληρώσει σχεδόν 1 αιώνα ζωής, κανένα από τα συνήθη προβλήματα των γηρατειών δε βάρυνε την υγεία του: ούτε υπέρταση, ούτε διαβήτης, ούτε χοληστερίνη. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σχεδιάζοντας παπούτσια, σε μια από τις πιο γνωστές βιοτεχνίες παπουτσιών της Λεμεσού. Το εργαστήριό του στην οδό Ζιγκ Ζαγκ (εκεί που σήμερα στεγάζεται το Guest Meze Bar) ήταν ο χώρος στον οποίο αφιέρωσε τα πιο δημιουργικά του χρόνια, με χιλιάδες ανθρώπους να παραγγέλνουν από εκεί τα παπούτσια τους, μεταξύ των οποίων και επώνυμοι, όπως η Σοφία Βέμπω. 

Το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ήταν η ταλαιπωρημένη όρασή του, που ήταν μάλλον αναπόφευκτη συνέπεια, αφού πέρασε δεκαετίες ολόκληρες να προσέχει κάθε λεπτομέρεια, σκυμμένος πάνω από σχέδια παπουτσιών και κομμάτια δέρμα. Τόσο η δουλειά του, όσο και ο κόσμος του κέντρου, τον γέμιζαν χαρά και ζωντάνια και αυτή είναι μάλλον και μια από τις αιτίες της μακροζωίας του. Η συναναστροφή με τους ανθρώπους και η τέχνη του, ήταν κάτι σαν οξυγόνο.

Όσο είχε τη δυνατότητα να βρίσκεται στο μικρό μαγαζάκι της Γενεθλίου Μιτέλλα και να χαμογελάει στους περαστικούς, παρέμενε γεμάτος ζωή. Όταν το ατύχημα τον οδήγησε στην απομόνωση ενός νοσοκομειακού κρεβατιού, αυτή άρχισε να χάνεται, μέχρι που έσβησε. Όσο συναντούσε κόσμο, όσο αντάλλασσε κουβέντες και χαιρετισμούς, έβρισκε τρόπο και λόγο να μένει στη ζωή. Αυτό τον ρόλο είχε και το μαγαζάκι με τις πορτοκαλάδες, αφού η ασχολία του αυτή δεν είχε ουσιαστικά βιοποριστικά κίνητρα.

Για τον Κυριάκο Φιλιππίδη, ο σχεδιασμός και η κατασκευή των παπουτσιών ήταν τέχνη, μια τέχνη στην οποία αφιέρωνε όλο το μεράκι, το ταλέντο και την προσοχή του, για δεκαετίες ολόκληρες. Την ίδια φιλοσοφία ασπάζονται σήμερα η κόρη και ο εγγονός του, συνεχιστές της τέχνης αυτής.

«Τελευταία, γύρω στα 85 του, είχε εκφράσει την επιθυμία να μάθει να χρησιμοποιεί και ηλεκτρονικό υπολογιστή», θυμάται η κόρη του, η Λυδία, επιβεβαιώνοντας ότι θα έκανε οτιδήποτε για να συνεχίσει να αισθάνεται τον παλμό του κόσμου, να έχει επικοινωνία με τον περίγυρό του. «Όταν χτύπησε, ανυπομονούσε να γίνει καλά, να σηκωθεί και να έρθει πάλι στο μαγαζί», εξηγούν οι δικοί του. Αυτό, δυστυχώς, δεν το κατάφερε ποτέ.

Ο Κυριάκος Φιλιππίδης, έφτασε στη Λεμεσό ολομόναχος, γύρω στα 14 – 15 χρόνια του, αναζητώντας έναν τρόπο για να ζήσει. «Δούλεψε κοντά στον αδερφό του, που ήταν ξυλουργός αρχικά», αφηγείται η Λυδία, 1 από τα 6 παιδιά του, «αλλά αποφάσισε να πάει κοντά σε έναν τεχνίτη, για να μάθει την τέχνη του υποδηματοποιού. Έτσι, κατέληξε να φτιάχνει παπούτσια για τους Λεμεσιανούς (και όχι μόνο) για δεκαετίες ολόκληρες». Διατηρώντας την βιοτεχνία του στην οδό Ζιγκ – Ζαγκ (εκεί όπου σήμερα βρίσκονται καφενεία, εστιατόρια και μπαρ), πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του μέσα στις πανάρχαιες γειτονιές του κέντρου, αποτελώντας πάντα σημείο αναφοράς για όσους περνούσαν από την περιοχή.

Ο Κυριάκος Φιλιππίδης και η κόρη του Λυδία, έξω από την βιοτεχνία παπουτσιών, στην οδό Ζιγκ — Ζαγκ.

«Το πρώτο του μαγαζί το άνοιξε στην Αγίου Ανδρέου, αλλά μεταφέρθηκε τελικά στην οδό Ζιγκ – Ζαγκ, σε ένα μεγαλύτερο χώρο, γιατί δούλευαν πια αρκετά άτομα κοντά του. Εργοδοτούσε 10 – 15 τεχνίτες και τεχνίτριες, επομένως ήταν αναγκαίος ο χώρος αυτός», θυμάται η Λυδία Φιλιππίδου, που είναι και η μόνη από τα παιδιά του, που συνεχίζει την τέχνη του, διατηρώντας τη δική της, πια, βιοτεχνία παπουτσιών, λίγα βήματα μακριά από την πρώην βιοτεχνία του πατέρα της, στην περιοχή του Θεάτρου Ένα (πρώην Δημοτική Αγορά).

«Ήταν άνθρωπος της οικογένειας και του σπιτιού… έζησε ευτυχισμένος»

Την ίδια εκείνη τέχνη, του παπουτσιού που σχεδιάζεται και κατασκευάζεται ολόκληρο στο χέρι, κομμένο και ραμμένο πάνω στο πόδι αυτού που ζητάει να το φορέσει, την συνεχίζουν η κόρη και ο εγγονός του Κυριάκου Φιλιππίδη, ο Τίτος, ο οποίος, μάλιστα, έχει σπουδάσει την τέχνη στο εξωτερικό, ώστε να ενισχύσει τις εμπειρικές του γνώσεις.

Τα παπούτσια, που αγοράζονταν 1 — 2 φορές τον χρόνο εκείνη την εποχή, ήταν σημαντικό απόκτημα. Ο Κυριάκος Φιλιππίδης το ήξερε αυτό και φρόντιζε να είναι κάθε ζευγάρι φτιαγμένο στην εντέλεια, ώστε να ικανοποιήσει τους πελάτες του.

Τι θυμάστε πιο έντονα από τον πατέρα σας;
ΛΥΔΙΑ:  Ήταν πλήρης σαν άνθρωπος και γι’ αυτό έζησε ευτυχισμένος. Ήταν ήσυχος, ιδιαίτερα υπομονετικός, χωρίς νεύρα. Ήταν σημαντικά όλα αυτά τα χαρακτηριστικά για τη δουλειά του. Ήταν άνθρωπος της οικογένειας και του σπιτιού, της εκκλησίας και του Θεού. Ποτέ δεν παραφέρθηκε, ποτέ δεν ήπιε, δεν έκανε καταχρήσεις. Δε θυμάμαι καν να θυμώνει ποτέ στη ζωή του. Δεν μας έβαλε ποτέ τις φωνές, ούτε και άπλωσε χέρι πάνω μας.

Το μόνο περιστατικό με κάποια ίχνη έντασης ήταν, μάλλον, λίγες μέρες πριν πεθάνει, όταν νοσηλευόταν και ξάπλωνε σε ένα κρεβάτι με κάγκελο. «Πάρτε τα αυτά τα σίδερα μακριά μου, δεν τα θέλω», απαιτούσε.

ΤΙΤΟΣ: Όλες οι γνώσεις και η εμπειρία που είχε ο παππούς, πέρασαν και σε όλους εμάς. Μας έμαθε ότι για να επιβιώσεις σε αυτή τη δουλειά, πρέπει να το κυνηγήσεις. Αν το αφήσεις, σε αφήνει και εκείνο.

Η αγάπη του για τον κόσμο, η ανάγκη του να επικοινωνεί και να μοιράζεται θετική ενέργεια με όλους, έμεινε αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια.

Υπάρχει κάτι που κρατάτε σαν κανόνα στη δουλειά αυτή, που είναι δικό του δίδαγμα;
ΛΥΔΙΑ: «Η δουλειά μας είναι αυτή εδώ, μπροστά, με τον κόσμο», έλεγε πάντα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση από τότε, στην επαφή και τις καλές σχέσεις με τον κόσμο (επαγγελματικές ή προσωπικές). Είχε ιδιαίτερη σημασία γι' αυτόν να καταλάβει τι ζητάει ο πελάτης, να τον συμβουλέψει και εκείνος με τη σειρά του σωστά, να τον εξυπηρετήσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μείνει ικανοποιημένος. Του άρεσε η δουλειά και ποτέ δεν την αρνήθηκε, ακόμα κι αν έπρεπε να απουσιάζει πολλές ώρες από το σπίτι. Δεν ήταν εύκολο να ζήσει την οικογένειά του, γιατί είχε και αρκετά παιδιά, αλλά κατάφερε και έφτιαξε μια δική του επιχείρηση, που ήταν και αρκετά πετυχημένη, και ανέθρεψε και προίκισε και τα παιδιά του.

Η βιοτεχνία υποδημάτων του Κυριάκου Φιλιππίδη, απασχολούσε έως και 15 τεχνίτες και τεχνίτριες, πριν την εποχή της μαζικής παραγωγής παπουτσιών.

Πόσες ώρες περνούσε στο μαγαζί ο πατέρας σου;
ΛΥΔΙΑ: Δούλευε πάρα πολλές ώρες. Λίγο τον βλέπαμε στο σπίτι και αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που με έκαναν να έρθω στο μαγαζί για να τον βοηθήσω. Έπιανε δουλειά από το πρωί στις 7 και μπορεί να γύριζε σπίτι στις 10 το βράδυ, πολλές φορές.

Δεν το είχε καημό ο πατέρας σου να ασχοληθούν περισσότερα παιδιά του με την τέχνη του;
ΛΥΔΙΑ: Δεν εξέφρασε ποτέ τέτοια επιθυμία. Βέβαια, το είχε καμάρι που έμεινα εγώ δίπλα του και συνέχισα να δουλεύω στη βιοτεχνία, ιδίως επειδή ήμουν και κοπέλα. Αλλά ακόμα και μ’ εμένα δεν είχε ποτέ την απαίτηση, ούτε να έρθω στη βιοτεχνία να δουλέψω, ούτε να μείνω σε αυτή. Εγώ το θέλησα και αυτός ήταν, φυσικά, χαρούμενος για την απόφασή μου αυτή.

Στο μαγαζάκι με τις πορτοκαλάδες, στον πεζόδρομο της Γενεθλίου Μιτέλλα, λίγες μέρες πριν το ατύχημα που τον καθήλωσε, τον Ιανουάριο του 2018.

Ο Κυριάκος Φιλιππίδης ήταν ένας από τους ανθρώπους που, αν και έζησαν αθόρυβα, άφησαν το στίγμα τους στη Λεμεσό, βάζοντας ένα μικρό λιθαράκι στη ζωή της πόλης. Κάνοντας τη δουλειά του με μεράκι, αφοσίωση και προσοχή στη λεπτομέρεια, δεν έφτιαχνε απλώς παπούτσια, αλλά δημιουργούσε κάτι ξεχωριστό για τον κάθε πελάτη του, φροντίζοντας να ικανοποιεί όλες τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του. Ίσως χωρίς και ο ίδιος να το συνειδητοποίησε ποτέ, υπήρξε ένα παράδειγμα για το πως η ποιοτική δουλειά, η φροντίδα και η προσωπική έγνοια, κάνουν κάτι να ξεχωρίζει, είτε αυτό είναι απλώς ένα ζευγάρι παπούτσια ή μια μικρή βιοτεχνία, είτε και μια ολόκληρη πόλη, όπως η Λεμεσός.

Ακολουθώντας τις ίδιες αρχές και την ίδια τέχνη, η κόρη και ο εγγονός του συνεχίζουν να φτιάχνουν παπούτσια, όμορφα και ξεχωριστά, τόσο για τον κόσμο της πόλης και της Κύπρου, όσο και για κόσμο που έρχεται από την Ευρώπη για κάνει ειδική παραγγελία τα παπούτσια του κοντά τους. Γιατί, μπορεί το όνομα της Λεμεσού να ακούγεται στο εξωτερικό για τα μεγάλα και εντυπωσιακά που έχει να προσφέρει αυτή η πόλη, αλλά τα μικρά και καθημερινά, καθώς και η γνησιότητα των ανθρώπων της, είναι αυτά που επιβεβαιώνουν για ποιον λόγο ξεχωρίζει και αγαπιέται τόσο.

swipe gallery



Αγαπάς και εσύ τη Λεμεσό;