A CITY FULL OF FEELINGS A CITY FULL OF FEELINGS







Υπό την αιγίδα:
Συνεργάτες - Χορηγοί

Τίτος Κολώτας: «Για να αγαπήσει τη Λεμεσό κάποιος, πρέπει να γνωρίσει το παρελθόν της»

Ο Τίτος Κολώτας, με ένα άσπρο λινό πουκάμισο, κινείται στο χώρο του ιστορικού αρχείου με σίγουρα βήματα. Ξέρεις ότι σχεδόν πάντα θα τον βρεις εκεί. Η ζωή του περιστρέφεται γύρω από ιστορίες, όπως πλέον και η καθημερινότητα του, στα 73 του χρόνια. Δε χορταίνεις να τον ακούς να αφηγείται, χρησιμοποιώντας ποιητικές εκφράσεις και έναν καλά δομημένο λόγο. Εκπέμπει μια καλλιτεχνική αύρα, μια λεπτότητα. Από τον τρόπο που περπατά, μέχρι τον τρόπο που καπνίζει. Καπνίζει συνέχεια, από 14 χρονών, όπως εκμυστηρεύεται, και μάλιστα slims, τα γυναικεία, που όπως έχει ακούσει να λένε, αποτελούν συνήθεια των… κοινών γυναικών.

Ο Τίτος είναι από τους ανθρώπους που σιχαίνεται τη «δηθενιά», την αδικία, το νεοπλουτισμό. Δε μετανιώνει, δεν κρατά κακίες ή απωθημένα και δε νοσταλγεί παλιές εποχές – έστω κι αν αναγνωρίζει σε αυτές, μια ιδιαίτερη ομορφιά. Τον χαρακτηρίζει η περίσκεψη και η διανόηση, και αν και σχετίστηκε με πολύ σπουδαίους ανθρώπους, από καλλιτέχνες μέχρι και πολιτικούς, εξακολουθεί να μη θεωρεί τον εαυτό του εξέχουσα προσωπικότητα.

Αγωνίζεται με ζήλο να προστατεύσει και να διαδώσει την ιστορία της Λεμεσού, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι θα μπορέσει ο κόσμος να αγαπήσει και να σεβαστεί την πόλη. Παθιάζεται όταν διηγείται, έχει ένα ταλέντο στο να εξιστορεί μνήμες και περιστατικά. Σε μεταφέρει τόσο έντονα πίσω στο παρελθόν, ώστε να νιώθεις πως σε κρατά από το χέρι και σε ταξιδεύει μαζί του σε παλιές εποχές. Λέει τα πράγματα με το όνομα τους, βλέπει την αλήθεια στα πρόσωπα των άλλων και δε φοβάται να την εκθέσει, έτσι κι αλλιώς δε δελεάζεται ούτε ξεγελιέται από τίτλους, θέσεις ή χρήματα. Κι αν κάτι δεν καταδέχεται με τίποτα, αν ένα πράγμα μόνο δε δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να το αμφισβητήσει, είναι το γεγονός ότι ο Τίτος Κολώτας, είναι ένας φανατικός Λεμεσιανός. 

Η ιστορία του Τίτου Κολώτα και η Λεμεσός μιας άλλης εποχής…

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Έζησε ανέμελα παιδικά χρόνια, ευχάριστα. Και οι 2 γονείς κατάγονταν από το Άρσος. Η οικογένεια του ήταν μεγάλη, με συνολικά 6 παιδιά, 5 αγόρια και 1 κορίτσι. Τα αδέρφια του ήταν όλα πιο μεγάλης ηλικίας, οπότε ο Τίτος, σαν παιδί, αναγκαζόταν να παίζει με τους φίλους του περισσότερο. Στη γειτονιά που γεννήθηκε – στη Νικηφόρου Φωκά, εκεί που σήμερα στεγάζεται η Cyta, κοντά στην οδό Ανεξαρτησίας – και που μετά μεγάλωσε, πίσω από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, υπήρχαν μεγάλες αλάνες όπου βρίσκονταν ολημερίς τα παιδιά της γειτονιάς.

Φοίτησε στο Λανίτειο γυμνάσιο και εκείνη την εποχή άρχισαν τα πρώτα φλερτ. «Πηγαίναμε σινεμά και περίπατο στη Γλάδστωνος. Έτσι γινόταν και το φλερτ. Πάνω στα ποδήλατα, με το βλέμμα, την ώρα που σχολνάγαμε. Διασκεδάζαμε πηγαίνοντας σε μαθητικά πάρτι. Σινεμά όμως, μόνο σε μια παράσταση μπορούσαμε να πάμε, στη μαθητική, η οποία ήταν μια φορά τη βδομάδα, στις 3 η ώρα το μεσημέρι. Επίσης, μας κυνηγούσαν, αν μας έβρισκαν έξω από το σπίτι μετά τη δύση του ήλιου, ή όταν πηγαίναμε σε mixed πάρτι, όπου ήμασταν μαζί αγόρια και κορίτσια. Μάθαιναν που θα γινόταν το πάρτι και έρχονταν και μας χαλούσαν τη διασκέδαση».

Το φλερτ εκείνη την εποχή γινόταν πάνω στα ποδήλατα, με το βλέμμα, στην οδό Γλάδστωνος.

Τι θυμάσαι πιο έντονα από την παιδική σου ηλικία;
Τα καρναβάλια ήταν σημαντικά για εμάς. Μας έντυναν πάντα οι γονείς μας, από παιδιά. Ήταν βέβαια απλές οι στολές, δεν ήταν όπως σήμερα. Με 1 γιλέκο και 1 πιστόλι, γινόμασταν καουμπόηδες.

Ποια ήταν η αγαπημένη σου τοποθεσία εκείνη την εποχή;
Μου άρεσε πολύ να πηγαίνω στην αποβάθρα των Φράγκων, απέναντι από τη Φραγκοκλησιά, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκεί ήταν τα ψαράδικα, που έδεναν τις βάρκες τους οι ψαράδες. Εμείς πηγαίναμε για μπάνιο, για ψάρεμα, για βαρκάδα. Νοικιάζαμε βάρκα από κάποιο ψαρά και γυρίζαμε με το κουπί. Άλλο στέκι που μας άρεσε να πηγαίνουμε ήταν ο Δημόσιος Κήπος.

Έπρεπε να πληρώσεις εισιτήριο για να χορέψεις με μια κοπέλα για 2 — 3 λεπτά, το λεγόμενο κονσομασιόν.

Δούλευες όσο ήσουν παιδί;
Ναι, βέβαια. Τα καλοκαίρια δούλευαν όλα τα παιδιά, οι μόνοι που δεν δούλευαν ήταν οι πολύ πλούσιοι. Δούλεψα στο Φασούρι, όπου έκανα κιβώτια για το σταφύλι, και όταν μεγάλωσα ακόμα λίγο, τα καλοκαίρια, δούλευα μαζί με το δημοσιογράφο και αργότερα πρέσβη, Κώστα Παπαδήμα. Με έπαιρνε μαζί του, ήμουν ο βοηθός του, και μου έδινε, θυμάμαι, 10 σελίνια τη βδομάδα. Κάπως έτσι ξεκίνησε και το σαράκι στη δημοσιογραφία.

Ήσουν ατίθασο παιδί;
Όχι, δε θα το λέγα. Δεν ήμουν ατίθασος, παρανομίες όμως κάναμε, όπως το κάπνισμα για παράδειγμα. Κάπνιζα κανονικά από 14 χρονών. Όταν μεγάλωσα η παρανομία ήταν τα καμπαρέ, όπου πηγαίναμε κρυφά. Το Ολύμπια και το Ρεξ, ήταν τα γνωστά καμπαρέ της εποχής μας. Τότε ήταν οικογενειακά κέντρα διασκέδασης, όπου οι οικογένειες μπορούσαν να πηγαίνουν για να βλέπουν προγράμματα με χορευτικά και ακροβατικά. Ύστερα, όταν έφευγαν οι οικογένειες, άλλαζαν τα πράγματα, έμεναν τα αγόρια, οι γόηδες, και έπαιρναν τις κοπέλες σε χορό. Με εισιτήριο βέβαια. Έπρεπε να πληρώσεις εισιτήριο για να μπορείς να χορέψεις με μια κοπέλα για 2 — 3 λεπτά, ήταν το λεγόμενο κονσομασιόν. Έτσι από τα μπουρδέλα, τελειόφοιτοι σχολείου πλέον, γνωρίσαμε τις σεξουαλικές σχέσεις.

Με το μεγάλο Έλληνα ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου, Μάνο Κατράκη.

Ως νέος άντρας άρεσες στις γυναίκες;
Με θεωρούσαν ομορφόπαιδο, ότι άρεσα ναι, έτσι έλεγαν, δεν είναι κάτι που το λέω εγώ. Μάλιστα, μου έλεγαν ότι έμοιαζα του Παπαμιχαήλ (γελάει).

Το πνεύμα και η ενασχόληση με τα γράμματα έπαιζε κάποιο ρόλο στις σχέσεις με τις γυναίκες;
Πιστεύω πώς ναι. Η πνευματική καλλιέργεια μετρούσε. Το να μπορείς να γράψεις ή να πεις ένα ποίημα, είναι κάτι που πάντα συγκινεί τη γυναίκα.

Θεωρείς ότι οι παλιές εποχές ήταν και καλύτερες;
Όχι, καθόλου. Πιστεύω ότι κάθε εποχή έχει τα καλά και τα κακά της, τις δυσκολίες και τις δυστυχίες της. Δεν μετανιώνω για την εποχή που μεγάλωσα, ευχαριστήθηκα τη ζωή και τον τρόπο που μεγάλωσα, αλλά σίγουρα δε θα ήθελα να πάω πίσω σε εκείνα τα χρόνια. Κάθε εποχή είναι ωραία, κάθε εποχή διαφορετική.

Mε θεωρούσαν ομορφόπαιδο, μου έλεγαν ότι έμοιαζα του Παπαμιχαήλ.

Ποια πλεονεκτήματα και ποια μειονεκτήματα ξεχωρίζεις σε εκείνη την εποχή;
Σίγουρα ένα μεγάλο πλεονέκτημα ήταν η απλότητα που χαρακτήριζε εκείνη την εποχή, αλλά και το ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ήταν πιο αυθεντικές, πιο ειλικρινείς. Ένα θετικό επίσης, ήταν ότι ικανοποιούμασταν με πολύ λίγα πράγματα, χαιρόμασταν με τα μικρά, τα απλά.

Πώς θα χαρακτήριζες τη νοοτροπία των Λεμεσιανών τότε;
Στη Λεμεσό, από πολλά χρόνια πριν – αν και υπήρχαν οι πλούσιο και οι φτωχοί – υπήρχε μια νοοτροπία, όπου δεν ξεχώριζε και δεν φαινόταν τόσο έντονα η ταξική διαφορά. Δηλαδή, ο πλούσιος της Λεμεσού καθόταν στην ταβέρνα και διασκέδαζε με τον μικρομεσαίο, αλλά ακόμα και με τον υπάλληλο, και τον εργάτη. Αυτό το παρατηρούσες ιδιαίτερα στα Καρναβάλια, όπου οι πολίτες διασκέδαζαν όλοι σε ένα κοινό χώρο. Στη συνέχεια, στη δεκαετία του ’70, με τη διοργάνωση των Καρναβαλιών στα ξενοδοχεία, άρχισε να παρατηρείται κάπως ο διαχωρισμός. Ο κόσμος τότε, δεν είχε ανάγκη να επιδειχθεί. Σιγά-σιγά όμως χάσαμε τον αυθορμητισμό που μας χαρακτήριζε.

Με τον Έλληνα ποιητή, υμνητή των λαϊκών αγώνων, Γιάννη Ρίτσο.

Η ζωή στο Παρίσι και η πολιτική πορεία: «Ιστορίες για αγρίους…»

Τι έκανες όταν τελείωσες το σχολείο;
Μετά το σχολείο έφυγα από την Κύπρο και ξεκίνησα τις σπουδές μου στη νομική, στην Αθήνα, επάγγελμα το οποίο δεν εξάσκησα ποτέ. Αμέσως μετά, πήγα στο Παρίσι για να σπουδάσω θέατρο, σκηνοθεσία θεάτρου συγκεκριμένα. Εκείνη την εποχή στο Παρίσι, τη δεκαετία του ’70, γνώρισα το δάσκαλο μου, ένα μεγάλο δάσκαλο του θεάτρου και θεατρικό συγγραφέα, τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Μαζί, είχαμε 1 θεατρικό εργαστήρι έρευνας και στη συνέχεια κάναμε ένα θίασο. Εκεί ανεβάζαμε κυρίως αρχαίες τραγωδίες ή κωμωδίες, και ήμουν βοηθός σκηνοθέτη. Έπαιξα σ’ αυτά και ως ηθοποιός, αλλά όχι ως πρωταγωνιστής, κυρίως ήμουν βοηθός σκηνοθέτη.

Με τη νομική δεν ασχολήθηκες καθόλου; 
Νομική με είχε στείλει η οικογένεια μου να σπουδάσω, δεν ήταν δική μου επιθυμία. Όταν όμως τελείωσα με τις νομικές σπουδές, αποφάσισα να προχωρήσω με εκείνο που ήθελα εγώ. Στο μεταξύ είχα παντρευτεί και με την πρώτη μου γυναίκα, τη Λητώ Μαρκουλή, η οποία ήταν από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη πραγματική ψυχαναλύτρια. Εκείνη παίρνοντας υποτροφία, ήθελε να πάει Γαλλία για ειδικότητα στην ψυχιατρική και έτσι πήγα κι εγώ για να κάνω θέατρο.

Ο Τίτος Κολώτας γνωρίζει πολύ καλά και ερευνά συνέχεια το παρελθόν της Λεμεσού, όμως δεν το νοσταλγεί, δεν προσδοκεί επιστροφή σε αυτό, παρά μόνο βλέπει μπροστά σε ό,τι νέο έχει να προσφέρει η πόλη με την υπέροχη αυτή ιστορία.

Φαίνεται ότι το Παρίσι τελικά αποτέλεσε ορόσημο για σένα και για τους πνευματικούς ορίζοντες που άνοιξαν μπροστά σου.
Και το Παρίσι και οι ανθρώποι που γνώρισα εκεί. Ένα ακόμα κοινό σημείο που έχω με το φίλο μου το Διονύση Σαββόπουλο, είναι ότι έχουμε τον ίδιο άνθρωπο ως μέντορα, τον Δημήτρη Δεσποτίδη, ο οποίος αν και άγνωστος στο ευρύ κοινό, ήταν ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους της σύγχρονης Ελλάδας, που ίδρυσε και τις εκδόσεις «Θεμέλιο». Ήταν ο άνθρωπος που με έφερε σε επαφή με πάρα πολλούς σημαντικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα.

Ποιοι ήταν οι πιο σημαντικοί από αυτούς;
Ένας πολύ καλός μου φίλος, τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω, ήταν ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος, από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας. Μια ακόμα πολύ καλή μου φίλη είναι η Σεμίνα Διγενή. Μάλιστα, αν πας στο προφίλ της στο Facebook, εκεί που είναι η κατηγορία οικογένεια, με έχει γραμμένο ως… γιο της(!) ενώ είναι πολύ πιο μικρή από μένα (γελάει). Ο Μάριος Τόκας ήταν επίσης φίλος μου, από πολύ μικρή ηλικία, τον «μεγάλωσα» ουσιαστικά (γελάει).

Λειτουργούσα μια γκαλερί στη Λεμεσό, μέχρι που έκανα το μεγάλο αμάρτημα να αναμειχθώ με την πολιτική.

Τι έκανες αφού τελείωσες με τις σπουδές στο θέατρο;
Μετά το θέατρο επέστρεψα Κύπρο και άνοιξα μια γκαλερί στη Λεμεσό, «Πολύτοπο» ονομαζόταν. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη γκαλερί τέχνης και ταυτόχρονα πολιτιστικό κέντρο στην πόλη. Είχε ένα πολύ ωραίο, μεγάλο χώρο και εκεί προσκαλούσα τους γνωστούς μου από Παρίσι, Αθήνα, κάναμε διαλέξεις, εκδηλώσεις. Παράλληλα, κάποια στιγμή ασχολήθηκα και με τη δημοσιογραφία. Η γκαλερί λειτουργούσε κανονικά για 4 χρόνια περίπου, μέχρι που έκανα το θανάσιμο αμάρτημα να αναμειχθώ με την πολιτική. Όταν έγινε αυτό, μετακόμισα στη Λευκωσία και έκλεισα την γκαλερί.   

Πώς άνοιξες την γκαλερί, ήσασταν ευκατάστατη οικογένεια;
Όχι, καθόλου. Η οικογένεια μου δεν ήταν ευκατάστατη, η πρώην γυναίκα μου, όμως, ήταν (γελάει). Όσες εκθέσεις έκανα, από τους περισσότερους φίλους μου δεν έπαιρνα ούτε καν προμήθεια, οπότε κατέληγα και με ζημιές. Αλλά έφερα για πρώτη φορά στην Κύπρο πολύ σπουδαίους γνωστούς καλλιτέχνες από την Αθήνα, όπως για παράδειγμα τον Γιάννη Γαΐτη, με τον οποίο αργότερα γίναμε φίλοι αδελφικοί, τον Σπύρο Βασιλείου και πολλούς άλλους.

Έζησα την πολιτική στο έπακρο, ώσπου την αηδίασα και αποφάσισα να τα παρατήσω.

Η ενασχόληση με την πολιτική πώς προέκυψε;
Πάντα με ενδιέφερε η πολιτική, ήμουν πολιτικό ον, δεν ήμουν αδιάφορος, αλλά δεν άνηκα σε κάποιο κόμμα. Την εποχή που λειτουργούσα την γκαλερί και ασχολούμουνα με τη δημοσιογραφία, ο Σπύρος Κυπριανού μου ζήτησε να αναλάβω πιο ενεργό δράση στην «Ελευθεροτυπία». Αργότερα, ο ίδιος μου είχε πει συγκεκριμένα: «Δεν είναι καιρός να τα αφήσεις όλα και να έρθεις Λευκωσία;». Έτσι και έγινε.

Στη Λευκωσία ήμουν ο γενικός οργανωτικός του ΔΗΚΟ, επί Κυπριανού. Τότε, ήμουν το νούμερο 3 στην ιεραρχία του ΔΗΚΟ γιατί δεν υπήρχαν αντιπρόεδροι, αναπληρωτές κλπ. Οπότε έτσι έζησα την πολιτική στο έπακρο, την αηδίασα και αποφάσισα να τα παρατήσω όλα και να έρθω πίσω στη Λεμεσό.

Ως Δημοτικός Σύμβουλος, ο Τίτος Κολώτας κατέβαλε επενειλημμένες και μακροχρόνιες προσπάθειες για να πείσει το Δήμο Λεμεσού να πάρει την απόφαση για αυτό το σημαντικό έργο, ενώ και η εξασφάλιση της πρώην οικίας Επάρχου — θεσμού της Αγγλοκρατίας — για τη στέγαση του Αρχείου, ήταν αποτέλεσμα δικών του πιέσεων.

Δηλαδή ήσουν ήδη ενταγμένος στο ΔΗΚΟ;
Όχι. Απλά ήμουν φίλος του Σπύρου. Όταν πήγα Λευκωσία μου πρότεινε να αναλάβω το γραφείο Τύπου του ΔΗΚΟ. Στο γραφείο διετέλεσα καθήκοντα για 1 χρόνο, και μετά ανέλαβα τη θέση του γενικού οργανωτικού του κόμματος.

Τι ήταν αυτό που αηδίασες και σε έκανε να εγκαταλείψεις την πολιτική τελικά;
Με αηδίασαν όσα έβλεπα να συμβαίνουν εκείνη την εποχή, εκείνα που είχαν γίνει γνωστά και προς τα έξω. Εξάλλου ουδέποτε είχα κατέβει ως βουλευτής, δεν επιδίωξα να εμπλακώ περισσότερο, που κι αν ήθελα, δε θα μ’ άφηνε ο Σπύρος. Δεν ήθελε να με χάσει από δίπλα του.

Η γνωριμία με τον Σπύρο Κυπριανού πώς προέκυψε;
Ο Κυπριανού ήταν παιδικός φίλος και συμμαθητής του αδερφού μου, μεγαλώσαν στην ίδια γειτονιά στη Λεμεσό και έτσι ανέπτυξαν μια φιλική σχέση από παιδιά. Ο Σπύρος ήταν εγγονός του περιβόητου πρώην Δημάρχου Λεμεσού και βουλευτή, Σπύρου Αραούζου, εξού και το όνομα Σπύρος.

Ο Σπύρος Κυπριανού κυκλοφορούσε πάντα με ένα κουστουμάκι και μια γραβάτα στη γειτονιά, όσο ήμασταν παιδιά.

Ο Σπύρος σαν παιδί, λοιπόν, ήταν πάντα ντυμένος με ένα κουστουμάκι και μια γραβάτα, έστω κι αν στη γειτονιά είχαμε μια μεγάλη αλάνα, με χώματα και λάσπες, στην οποία μαζεύονταν όλα τα παιδιά για παιχνίδι. Η μητέρα του, τον άφηνε να βγαίνει από το σπίτι, αλλά μόνο για να κάθεται και να βλέπει τους άλλους να παίζουν. Δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει στο παιχνίδι, για να μη λερωθεί. Κι αν προσπαθούσε να κατεβεί κάτω στην αλάνα και να παίξει, άκουγες τη μητέρα του που του φώναζε να επιστρέψει. Αυτή ήταν η εικόνα που είχε στην γειτονιά, ήταν ένα καθωσπρέπει παιδί της μεγάλης οικογένειας.

Αργότερα ως πολιτικός, αλλά και ως άνθρωπος, πώς ήταν;
Ο Κυπριανού, εν ολίγοις, ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος. Δεν ήταν κακός, αλλά ήταν πολύ μετριοπαθής, μα και πολύ ανασφαλής. Ήταν γεμάτος ανασφάλειες, τις οποίες έπρεπε εμείς συνέχεια να διώχνουμε και να τον εμψυχώνουμε. Μάλιστα, όταν πέθανε ο Μακάριος και έπρεπε αναγκαστικά να αναλάβει την προεδρία ο ίδιος, οι ανασφάλειες μεγάλωσαν. Έπρεπε να τον πείσουν ότι πλέον, ήταν Πρόεδρος.

Θεωρείς ότι η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τους κομματικούς μηχανισμούς;
Δυστυχώς όχι. Η τοπική αυτοδιοίκηση θα έλεγα ότι, όλο και περισσότερο βυθίζεται στους μηχανισμούς των κομμάτων, τα οποία ελέγχουν τις ενέργειες τους, και γι’ αυτό το λόγο, μειώνεται και η ποιότητα της. Μπορώ να πω χωρίς κανένα φόβο και δισταγμό, ότι από το Δημοτικό Συμβούλιο του 1996 – στο οποίο ήμουν μέλος και εγώ ως ανεξάρτητος – μέχρι και το σημερινό, είναι κάθε φορά και χειρότερο.

Οι κομματικοί μηχανισμοί μπαίνουν όλο και πιο πολύ στα Δημοτικά Συμβούλια και ελέγχουν τις ενέργειες τους.

Σε εκείνο το Δημοτικό Συμβούλιο, εκτός από τον Δάσκαλο Κωστή Κολώτα, υπήρχαν άνθρωποι όπως, για να αναφέρω μόνο μερικούς, ο Άγγελος Βότσης, ο Άντρος Κυπριανού, ο Γιάννος Λαμάρης, ο Κυριάκος Οικονόμου, άνθρωποι με βαρύτητα, που σαν Δημοτικοί Σύμβουλοι ήταν διαφορετικοί, και στο λόγο, και στην προσφορά τους. Το γεγονός ότι μετά κάποιοι έγιναν βουλευτές και ακολούθησαν πλέον ό,τι και να τους έλεγε το κόμμα, οφείλεται στο ότι έγιναν έρμαια των κομμάτων. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν τότε δυνατή φωνή μέσα σε ένα Δημοτικό Συμβούλιο και μια δράση πολύ διαφορετική.

Θα μπορούσε να πεις κάποιος όμως, ότι και εσύ ήσουν μέρος αυτού του πολιτικού συστήματος, την εποχή επί Κυπριανού.
Ναι, όταν δεν άντεξα άλλο το σύστημα όμως, έφυγα. Μπορούσα να μείνω και να γίνω βουλευτής ή υπουργός, όπως έκαναν κι άλλοι, ή θα μπορούσα να πάω σε άλλο κόμμα όταν έφυγε ο Κυπριανού και να το εκμεταλλευτώ. Δεν το έκανα όμως.

Ανέφερες όμως ότι αηδίασες την πολιτική, τότε γιατί ασχολήθηκες ξανά ως μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου;
Όταν λέω αηδίασα την πολιτική, εννοώ την πολιτική με τα κόμματα. Τα κοινά της πόλης πάντα με ενδιέφεραν. Μάλιστα, κάποια στιγμή, με μια ομάδα 30 – 40 πολιτών, δημιουργήσαμε μια ανεξάρτητη κίνηση, χωρίς κόμματα στη μέση, «Η πόλη μας», έτσι ονομαζόταν. Καταφέραμε ακόμα και να εκλέξουμε 2 δημοτικούς συμβούλους, σε δυο συνεχείς θητείες, που τότε θεωρείτο μεγάλη επιτυχία.

Δεν αντέχω τις μετριότητες… Αυτοί οι άνθρωποι χωρίς ικανότητες και χωρίς υπόβαθρο, γίνονται ηγέτες, ακόμα και στην πόλη μας.

Ποιες είναι οι αρχές που σε διακατέχουν ως άνθρωπο;  
Κάτι που σίγουρα δεν ανέχομαι είναι η αδικία, και εννοώ όχι προς το άτομο μου, αλλά ουσιαστικά αυτή που γίνεται εις βάρος των άλλων. Κυρίως όμως, δεν αντέχω τις μετριότητες, οι οποίες εμφανίζονται σαν ταγοί της πολιτικής, της κοινωνίας, του πνεύματος. Υπάρχει πολλή ψευτιά και δυστυχώς οι υπόλοιποι, απλά αδιαφορούν, τους αφήνουν αδίστακτα να συνεχίζουν. Αυτοί οι άνθρωποι χωρίς ικανότητες και χωρίς υπόβαθρο, γίνονται ηγέτες, ακόμα και στην πόλη μας, και όχι μόνο στην πολιτική, αλλά σε όλους τους τομείς. Πολλοί φελλοί επιπλέουν, είτε λόγω της άγνοιας των υπολοίπων, είτε λόγω υπερβολικής ανοχής. Εξάλλου, το χαρακτηριστικό που έχει ο Κύπριος σήμερα, είναι η νοοτροπία του «ούσσου να περάσουμε».

Αυτοί που πραγματικά αξίζουν όμως, οι καλοί, που βρίσκονται;
Απορώ και εγώ για το που βρίσκονται αυτοί που αξίζουν. Ίσως οι άλλοι να μην τους αφήνουν να βγουν μπροστά, γιατί φοβούνται ότι θα αποκαλυφθεί η μετριότητα τους, είτε οι ίδιοι επιλέγουν να σιωπήσουν.  Πιστεύω ότι ο νεοπλουτισμός των τελευταίων 30 χρόνων, οδήγησε στη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία καταφέρνουν να επιπλέουν άνθρωποι που δεν το αξίζουν. Και αυτό το καταφέρνουν, είτε κατευθείαν μέσω του χρήματος, είτε μέσω των θέσεων που απέκτησαν λόγω χρήματος.

Πολλοί φελλοί επιπλέουν, είτε λόγω της άγνοιας των υπολοίπων, είτε λόγω υπερβολικής ανοχής.

Θα έλεγες ότι είσαι ευέξαπτος άνθρωπος ή όχι;
Θα έλεγα πώς ναι, θυμώνω, είμαι ευέξαπτος, αλλά μου περνά εύκολα και μετά μετανιώνω. Και χωρίς να κρατάω κακία σε κανέναν. Πολλές φορές η γυναίκα μου, μου λέει: «Μα αφού είπαμε να μην του μιλούμε αυτού, δε θυμάσαι τι σου έκανε, γιατί του μιλάς;» (γελάει). Η αλήθεια είναι ότι δεν κρατάω κακία, ξεχνώ εύκολα και συγχωρώ.

Είσαι αγχώδης;
Ναι, είμαι αγχώδης. Βλακωδώς, βέβαια, γιατί πολλές φορές αγχώνομαι για μικροπράγματα. Αγχώνομαι και για άλλα όμως, όπως οικογενειακά ζητήματα, που αφορούν τα παιδιά μου. Η επαγγελματική αποκατάσταση του τρίτου μου γιου, για παράδειγμα, είναι κάτι που με αγχώνει πολύ, αλλά τώρα άρχισε να βρίσκει το δρόμο του, οπότε το άγχος λιγοστεύει.

Παράπονα, ή κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά που σου λένε οι άλλοι ότι έχεις;
Η γυναίκα μου με προτρέπει να βγαίνω πιο πολύ έξω. Μου λέει να μην είμαι όλη μέρα κλεισμένος στο γραφείο  μου, με τον υπολογιστή μου τις μελέτες μου, κι όλα αυτά. Δεν είμαι ιδιαίτερα του έξω αλλά όταν τύχει, βγαίνω έξω με φίλους μου.

Ιδιόρρυθμο ίσως να με θεωρούν, αντικοινωνικό όμως όχι.

Είσαι πιο εσωστρεφής σαν χαρακτήρας δηλαδή.
Εξωτερικεύομαι εύκολα σε φίλους – πολύ λίγοι είναι βέβαια ο φίλοι στους οποίους μπορώ να εξομολογηθώ πράγματα – αλλά είμαι αρκετά εσωστρεφής στις σκέψεις μου, στα άγχη μου. Δεν πιστεύω ότι είμαι αντικοινωνικός σαν άνθρωπος. Ιδιόρρυθμο ίσως να με θεωρούν ορισμένοι, αλλά αντικοινωνικό όχι. 

Είσαι καχύποπτος με τους ανθρώπους;
Όχι δεν είμαι. Και πολλές φορές την πατάς βέβαια, αν δεν είσαι επιφυλακτικός με ανθρώπους, ειδικά αν ξέρεις από πριν ότι θα σου την φέρουν. Και το βίωσα στη ζωή μου, εμπιστεύτηκα ανθρώπους, που μετά με πούλησαν. Δεν το κρατώ όμως, ούτε το άφησα να με αλλάξει, ξεχνάω εύκολα.

Πόσα παιδιά έχεις;
Από τον πρώτο μου γάμο έχω 2 παιδιά, τον Ισίδωρο και τη Δάφνη. Από το δεύτερο, απέκτησα ακόμα 1 παιδί, τον Μιχάλη.

Όσο ήμουν στο ΔΗΚΟ απαγόρευσα στη γυναίκα μου να διοριστεί στην κυβέρνηση.

Η σύζυγος με τι ασχολείται;
Η σύζυγος μου είναι αρχιτέκτονας και διευθύντρια πολεοδομίας στην επαρχία Αμμοχώστου.

Η ενασχόληση με το ΔΗΚΟ, βοήθησε τη γυναίκα σου να πάρει τη θέση;
Όχι, απεναντίας. Όταν πήγαμε Λευκωσία, η γυναίκα μου ήταν άνεργη αρχιτέκτονας, και της είχα πει ότι δεν ήθελα να διοριστεί στην κυβέρνηση, όσο καιρό θα ήμουν εγώ στο ΔΗΚΟ. Έτσι, αναγκάστηκε να εργαστεί στο κατάστημα μιας φίλης της, ως πωλήτρια. Όταν αποχώρησα πλέον από το κόμμα, έδωσε εξετάσεις και διορίστηκε στην πολεοδομία. Το έκανα γιατί δεν ήθελα να βρεθεί ούτε ένας να πει ότι είχα βολέψει τη γυναίκα μου στην κυβέρνηση.

«Διασώζουμε το παρελθόν της πόλης για το μέλλον της», γράφει ο τοίχος στην είσοδο του Ιστορικού Αρχείου Λεμεσού.

Από το χθες στο σήμερα: «Δε με ενοχλεί ούτε η εξέλιξη, φτάνει να μη γίνεται άναρχα»

Σήμερα τι άλλαξε στις σχέσεις των ανθρώπων, πιστεύεις ότι το φλερτ είναι πιο έντονο από πριν;
Οι νέοι παλιά φλέρταραν περισσότερο, υπήρχε έντονα στη ζωή τους, δεν ήταν κάτι αδιάφορο για αυτούς. Η κάθε κοπέλα είχε το «μιτσή» της, και σχεδόν όλοι είχαν σχέση με ένα συμμαθητή τους ή και κάποιον πιο μεγάλο τους. Μάλιστα, μόλις τελείωναν το σχολείο, είτε παντρεύονταν, είτε αρραβωνιάζονταν και πήγαιναν μαζί για σπουδές.

Σήμερα οι νέοι μπορεί να εκφράζονται πιο εύκολα, αλλά ίσως να μην εκφράζονται όπως θα έπρεπε. Λείπει το φλερτ απ’ ότι βλέπω. Πιστεύω ότι φοβούνται τη δέσμευση. Και η ευκολία με την οποία δημιουργούνται οι σχέσεις – εύκολα σχετίζονται, εύκολα πάνε παρακάτω – φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεν ξέρω, ίσως να φοβούνται την απόρριψη, είτε απλά, θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους, χωρίς να είναι δεσμευμένοι με κάποια κοπέλα, που ενδεχομένως να τους οδηγήσει στην υποχρέωση του γάμου.

Από κάποια στιγμή και μετά, ξιπαστήκαμε και γεμίσαμε νεόπλουτους.

Σε αυτό που σίγουρα συμφωνούν οι περισσότεροι, είναι ότι είσαι ένας φανατικός Λεμεσιανός.
Ναι, και αυτό είναι κάτι για το οποίο δε δίνω το δικαίωμα σε κανέναν να το αμφισβητήσει. Χωρίς καθόλου σοβινισμό ή τοπικισμό αρρωστημένο, καλώς ή κακώς, ειδικά όσοι ζήσαμε τη Λεμεσό από πολύ παλιά, μέχρι και σήμερα με την εξέλιξη της, είμαστε πολύ περήφανοι για την πόλη μας. Νιώθουμε ιδιαίτερα περήφανοι για τη νοοτροπία και για τον τρόπο ζωής της Λεμεσού, και μας ζηλεύουν γι’ αυτό. Πολλοί άνθρωποι εκτός Λεμεσού αναγνωρίζουν προτερήματα στην πόλη μας, δεν είναι κάτι που το λέμε μόνο εμείς οι ντόπιοι.

Μειονεκτήματα έχει η Λεμεσός;
Ναι, σίγουρα. Η νοοτροπία του νεοπλουτισμού και του ξιπάσματος, για παράδειγμα, είναι τέτοια. Είναι στοιχεία που, όταν τα βλέπω, θυμώνω, αγανακτώ. Σε κάποια στιγμή μετά τον πόλεμο, ήρθε ξαφνικά πολύς πλούτος και ξιπαστήκαμε, γεμίσαμε νεόπλουτους. Και αυτό δεν το έφεραν ούτε οι ξένοι που έρχονταν, ούτε οι Βαρωσιώτες που ήρθαν μετά την εισβολή. Δε ρίχνουμε το φταίξιμο σε κανέναν. Η πόλη εξελίσσεται και προχωρά, όπως θα εξελισσόταν, ανεξάρτητα από αυτούς που ήρθαν ή δεν ήρθαν.

Οι Βαρωσιώτες δεν ήταν ο κόσμος των καταυλισμών, ήθελαν σπίτια για να μείνουν, ήταν άνθρωποι ευκατάστατοι και μορφωμένοι.

Οι Βαρωσιώτες βοήθησαν στην ανάπτυξη της πόλης;
Βέβαια, πρόσφεραν πάρα πολλά στην πρόοδο της Λεμεσού και σε πολλούς τομείς. Στις επιχειρήσεις, στο construction, στην ξενοδοχειακή βιομηχανία, στον τουρισμό, στην ψυχαγωγία. Με την τεχνογνωσία και τις ιδέες που διέθεταν προερχόμενοι από την Αμμόχωστο – που ήταν τότε η πιο ανεπτυγμένη πόλη της Κύπρου τουριστικά – συνεισέφεραν σε σημαντικό βαθμό και στην ανάπτυξη του τουρισμού στη Λεμεσό.

Η μόνη διαφορά μετά τον πόλεμο ήταν ότι η Λεμεσός ένιωσε ένα δυνατό σοκ, γιατί από μια πόλη των 40,000 κατοίκων, αναγκάστηκε από την μια μέρα στην άλλη, να γίνει μια πόλη των 80,000 – 100,000. Για τη Λεμεσό, που εκείνο τον καιρό δεν ήταν προετοιμασμένη για μια τέτοια αλλαγή, όσον αφορά υποδομές και εγκαταστάσεις, ήταν ένα γερό τράνταγμα. Και οι Βαρωσιώτες δεν ήταν ο κόσμος των καταυλισμών. Ήθελαν σπίτια για να μείνουν, ήταν άνθρωποι ευκατάστατοι και μορφωμένοι. Για να έχουν τόπο να μείνουν, αρχίσαν να χτίζουν οι ίδιοι πολυκατοικίες και διαμερίσματα στη Λεμεσό.

Σε αίθουσα του Παττίχειου Δημοτικού Μουσείο, με εκθέματα από παλαιότερες εποχές της ζωής στη Λεμεσό.

Πώς είχαν επηρεαστεί οι υποδομές στη Λεμεσό τότε;
Υπήρχε μεγάλο πρόβλημα με το αποχετευτικό, μύριζε η πόλη, όλα τα λύματα πηγαίναν στη θάλασσα. Και αυτό συνέβαινε για πολλά χρόνια, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, που άρχισε να ολοκληρώνεται το αποχετευτικό σύστημα. Οι δρόμοι ήταν ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα, ήταν στενοί και εμπόδιζαν την κυκλοφορία. Οι μεγάλοι δρόμοι που έχουμε σήμερα, ο παραλιακός ή η Μακαρίου για παράδειγμα, έγιναν μετά το 1974.

Τα κτίρια επίσης. Ολόκληρο το παραλιακό μέτωπο με τα πολλά κτίρια, τα έφερε η ανάγκη. Υπήρχε η ανάγκη για διαμερίσματα, κατοικίες, γραφεία. Ίσως να δόθηκαν και λίγο επιπόλαια οι άδειες τότε για να χτιστούν όλες αυτές οι πολυκατοικίες, αλλά και πάλι ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη. Ακόμα και οι πύργοι για μένα, αποτελούν μια φυσική εξέλιξη της ανάπτυξης.

Δεν είμαι εναντίον της ανάπτυξης και πολύ καλά γίνονται έργα, είναι μια ανάγκη της εποχής.

Γενικά, πώς βλέπεις τα διάφορα έργα, που γίνονται στην πόλη σήμερα;
Δεν είμαι εναντίον της ανάπτυξης, και καλά έγινε και η Μαρίνα, καλά έγινε και το παραλιακό μέτωπο όπως έγινε, ακόμα και τα ψηλά κτίρια, είναι μια ανάγκη της εποχής. Και στα ψηλά κτίρια, υπάρχει το εξής πλεονέκτημα: λόγω των νέων πολεοδομικών κανόνων, όσο πιο ψηλά χτίζονται, τόσο πιο πολύ χώρο υποχρεώνονται να αφήνουν γύρω τους. Βάσει της παλιάς νομοθεσίας, όταν σε ένα χώρο  χτίζονταν 30 πολυκατοικίες των 6 – 10 ορόφων, όλο το χώρο τον κάλυπταν οι πολυκατοικίες. Θα πρέπει να σκεφτούμε τι προτιμούμε: να έχουμε 2 πύργους με πολλούς ορόφους, πάρκινγκ που να χρησιμοποιείται και από τους πολίτες μαζί με ένα τεράστιο χώρο πρασίνου, ή να έχουμε 20 πολυκατοικίες κολλητές τη μια πάνω στην άλλη, όπως αυτές που είναι σήμερα στο παραλιακό μέτωπο;

Οι Λεμεσιανοί δέχονται εύκολα την αλλαγή;
Όχι, στην αρχή πάντα αντιδρούν μπροστά σε κάτι νέο, αλλά ύστερα πιστεύω ότι το δέχονται. Και ήταν από πάντα έτσι, δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο σήμερα. Για παράδειγμα, όταν έγινε η Μαρίνα, υπήρχε πολύ μουρμούρα και γκρίνια στην αρχή, αλλά τελικά την δέχτηκαν. Το ίδιο πιστεύω ότι θα γίνει και με τα υπόλοιπα έργα που γίνονται. Σιγά-σιγά θα τα αποδεχτούν.

Κάτι παρόμοιο έγινε και πιο παλιά, την εποχή που έγινε η Επίχωση, όταν άρχισε να γίνεται το καινούργιο λιμάνι της Λεμεσού. Τότε, η εταιρεία που το έκτισε, έπρεπε να μαζεύει τα χώματα και να τα ρίχνει μακριά εκτός Λεμεσού – κάτι που δεν της σύμφερε καθόλου. Έτσι, είπε ότι θα κάνει ένα έργο για να «ευεργετήσει» την πόλη, θέλοντας ουσιαστικά να ρίχνει τα χώματα της εδώ, και να μην χρειάζεται να τα μεταφέρει μακριά. Στην αρχή αυτό το έργο φάνηκε λίγο παράξενο στους Λεμεσιανούς, γιατί είχε πολλή σκόνη και ακαταστασία, απομακρύνοντας συγχρόνως τη θάλασσα. Μετά, όταν άρχισε να ομορφαίνει και να φυτεύεται πράσινο, το δέχτηκαν. Τώρα πλέον είναι το καμάρι τους.

Τι θα ήθελες να αλλάξει στην πόλη;
Θα ήθελα να αλλάξει ό,τι αλλάζει φυσιολογικά και με την εξέλιξη, δεν με ενοχλεί ούτε η εξέλιξη, ούτε η αλλαγή, φτάνει να γίνονται οργανωμένα και όχι άναρχα ή χωρίς σύνεση. Το γεγονός ότι τώρα, το κέντρο της πόλης άρχισε να προστατεύεται από πολλά ψηλά κτίρια και να συντηρείται, το δέχομαι. Αν όμως γινόταν μια ξαφνική ανοργάνωτη αλλαγή στο κέντρο, σίγουρα θα με ενοχλούσε.

Η Λεμεσός είναι καθαρή πόλη;
Θα μπορούσε να ήταν πιο καθαρή σίγουρα. Παλιά ήταν πιο εύκολο να καθαριστεί. Σήμερα υπάρχουν γειτονιές που έχουν μεγάλο πρόβλημα με την καθαριότητα, ή με τα πάρκα μέσα στις πόλεις που δημιουργήθηκαν, λόγω της νομοθετικής πρόνοιας με τους χώρους πρασίνου, η οποία ήταν εντελώς λανθασμένη. Σίγουρα είναι καλό να αφήνεις χώρους πρασίνου, αλλά ρώτησε κάποιος αν το Δημαρχείο προλαβαίνει να τους συντηρεί; Είναι τόσοι πολλοί οι χώροι που είναι δύσκολο. Θα μπορούσε προηγουμένως να γινόταν μια μελέτη για να διαπιστωθεί πόσους τέτοιους χώρους μπορεί ένας Δήμος να συντηρεί. Καλύτερα θα ήταν να υπήρχε ένας μεγάλος χώρος πρασίνου, πάρα τόσοι πολλοί μικρότεροι. Δεν μπορεί να υπάρχει σωστός έλεγχος και καθαριότητα με αυτό τον τρόπο.

«Η Λεμεσός ξεχωρίζει επειδή είναι μια κοσμοπολίτικη πόλη»

Όσον αφορά την ποιότητα υπηρεσιών που προσφέρει η Λεμεσός, στη διασκέδαση ή στο φαγητό;
Σίγουρα είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Και το γεγονός ότι έρχεται πολύς κόσμος από άλλες πόλεις, για να διασκεδάσει στη Λεμεσό, το επιβεβαιώνει. Ακόμα μια ένδειξη είναι ότι πάρα πολλοί  Λευκωσιάτες όταν θέλουν να πάνε κάπου για φαγητό, έρχονται στη Λεμεσό, παρόλο που έχουν πολύ καλά εστιατόρια και καλό φαγητό στην πόλη τους. Το ίδιο συμβαίνει και στη διασκέδαση. Πάρα πολλοί νέοι έρχονται για να πάνε στα clubs εδώ, για να διασκεδάσουν.

Σε ποιους τομείς θα μπορούσε να βελτιωθεί η πόλη;
Το τουριστικό προϊόν της Λεμεσού, πιστεύω ότι θα μπορούσε να εξειδικευθεί περισσότερο στον ειδικό τουρισμό, στο συνεδριακό ή ιατρικό τουρισμό για παράδειγμα. Αν η Λεμεσός, σε συνδυασμό με τα ξενοδοχεία που ήδη διαθέτει, είχε ακόμα 1 – 2 συνεδριακά κέντρα, τότε θα μπορούσε να προσφέρει ένα ποιοτικό τουρισμό, μοναδικό από άλλες πόλεις. Και ιατρικά κέντρα επίσης. Αν δημιουργούνταν ακόμα 2 – 3 καλά ιατρικά κέντρα, τότε η Λεμεσός θα μπορούσε να αποτελεί πόλο έλξης, ακόμα και για τους ξένους, όχι μόνο για τους ντόπιους.

Η Λεμεσός γιατί ξεχωρίζει;
Ξεχωρίζει επειδή είναι  μια κοσμοπολίτικη πόλη. Προσφέρει πολλές επιλογές, σε ένα τουρίστα για παράδειγμα, ο οποίος θέλει να βγει έξω από το ξενοδοχείο του και να πάει να περάσει καλά, να φάει καλό φαγητό, να διασκεδάσει. Μπορεί να κάνει εξορμήσεις, να πάει στα χωριά, στην ύπαιθρο, στα Κρασοχώρια Το ίδιο ισχύει και για τον ντόπιο. Η Λεμεσός συνολικά, προσφέρει πολλές εναλλακτικές επιλογές, για κάθε γούστο.

Θεωρείς ότι η προβολή της Λεμεσού έγινε ποτέ σωστά και συντονισμένα, για να μπορεί να προβάλει τα πλεονεκτήματα αυτά;
Όχι, σίγουρα υπάρχουν περιθώρια. Και ίσως να έφταιγαν και οι ηγεσίες των Δήμων, αλλά και των μεγάλων επιχειρήσεων για αυτό. Οι καινούργιοι επιχειρηματίες της Λεμεσού, που αποτελούν την τρίτη, τέταρτη γενιά των επιχειρηματιών πλέον, είναι πολύ πιο ανοιχτόμυαλοι. Οι νέες γενιές ταξιδεύουν, έχουν πάει στο εξωτερικό για σπουδές, έκαναν μεταπτυχιακά, ενώ παλιά οι πιο πολλοί, ήταν αυτοδημιούργητοι επιχειρηματίες.

Θεωρείς ότι η Λεμεσός είναι ελκυστικός τόπος διαμονής;
Ναι βέβαια. Γνωρίζω και προσωπικά ανθρώπους που μένουν Λεμεσό, και κάθε μέρα πάνε Λευκωσία για τη δουλειά τους. Επιλέγουν να μείνουν εδώ διότι βλέπουν ότι σαν ποιότητα ζωής, η Λεμεσός είναι καλύτερη από τη Λευκωσία.

Καπνίζει πάντα. Από τα 14 του χρόνια, χωρίς σταματημό. Μόνο που έχει μειώσει πια τον αριθμό των πακέτων που αδειάζει κάθε μέρα.

Σε τι μεταφράζεται η ποιότητα ζωής δηλαδή;
Στην καθημερινότητα, στον τρόπο ζωής και στις δυνατότητες που προσφέρονται. Για παράδειγμα έχουμε τη θάλασσα. Έχω φίλους που έρχονται από Λευκωσία, πηγαίνουμε στον παραλιακό, καθόμαστε στα παραλιακά café, πίνουμε τον καφέ μας και απολαμβάνουμε τη θάλασσα. Μου λένε ότι μας ζηλεύουν. Αυτό και μόνο, το να κάθονται και να έχουν τον ορίζοντα μπροστά τους ανοιχτό, να καθαρίζει το μυαλό και να ησυχάζουν οι σκέψεις τους, είναι ένα αγαθό θείο και το εκτιμούν αφάνταστα. Αυτό το πράγμα ονομάζεται ποιότητα ζωής.

Ο Λεμεσιανός απολαμβάνει την καλή ζωή της πόλης.

Οι Λεμεσιανοί το εκτιμούν;
Νομίζω ότι πάρα πολλοί το εκτιμούν. Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να σχολάσει από το γραφείο του, να βάλει μια αθλητική φόρμα και να κατέβει στην παραλία να τρέξει, και μετά να κάτσει για ένα καφέ, είναι πολύ ωραίο πράγμα. Και πιστεύω ότι, ναι, πολλοί Λεμεσιανοί εκμεταλλεύονται και απολαμβάνουν την καλή ζωή της πόλης. 

Τότε γιατί υπάρχει τόση μουρμούρα και τόση γκρίνια;
Είναι μια γκρίνια αδικαιολόγητη καταρχάς, αλλά πιστεύω ότι έτσι είναι και ο χαρακτήρας μας, όπως είπα. Δε θεωρώ ότι είμαστε μίζεροι, αλλά γενικά σαν Λεμεσιανοί, είμαστε γκρινιάρηδες. Σήμερα, οι νέοι γκρινιάζουν όλο και λιγότερο, αλλάζει κάπως το τοπίο, είναι πιο επιδεκτικοί σε καινούργια πράγματα, παρά οι παλιοί. 

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι γνωρίζει το κτίριο που στεγάζει την ιστορία της Λεμεσού, τόσο καλά όσο γνωρίζει και το ίδιο του το σπίτι — ή ακόμα και καλύτερα από αυτό.

Η Λεμεσός είναι ακριβή σαν πόλη;
Ναι, είναι, κι αυτό οφείλεται στις οικονομικές της δυνατότητες, διότι υπάρχει περισσότερο χρήμα, από ότι υπάρχει σε άλλες πόλεις. Νομίζω όμως ότι δε θα θέλαμε να διώξουμε τις θετικές συνέπειες που φέρνει αυτό, πρέπει να ξέρουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, και να αναγνωρίζουμε και ποιες εναλλακτικές έχουμε, αν δε θέλουμε ορισμένα πράγματα. Το χρήμα και η ευημερία σε μια πόλη, σίγουρα ανεβάζουν την ποιότητα ζωής. Μπορεί να είναι το κόστος ψηλό, αλλά η ποιότητα βελτιώνεται.

Θα μπορούσες να ζήσεις κάπου αλλού, εκτός Λεμεσού;
Θα μπορούσα, αλλά επέλεξα να ζήσω στη Λεμεσό. Έστω κι αν είχα την δυνατότητα να ζήσω σε άλλες πόλεις του εξωτερικού, ή στην Λευκωσία. Ήταν μια ενσυνείδητη επιλογή.

Αν δε σεβαστούμε την πόλη, στο τέλος μπορεί να χάσουμε την ποιότητα ζωής που απολαμβάνουμε.

Αντιδράς σε κάτι αρνητικό που βλέπεις να συμβαίνει στην πόλη ή αδιαφορείς;
Σίγουρα κάποια πράγματα με ενοχλούν. Αυτή η κοινωνία όμως, δύσκολα θα αλλάξει, οι πολίτες δύσκολα θα σεβαστούν την πόλη. Η ζωή και η ποιότητα της Λεμεσού είναι πολύ καλή αλλά για να διατηρηθεί και για να αναπτυχθεί, πρέπει να σεβόμαστε και να αγαπούμε την πόλη. Δεν πρέπει να τη θεωρούμε δεδομένη, ούτε να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, περιμένοντας ότι η Λεμεσός θα παραμείνει έτσι όπως είναι. Αν δεν τη σεβαστούμε, στο τέλος, μπορεί να χάσουμε την ποιότητα ζωής που απολαμβάνουμε τώρα. Και ένας λόγος που επιμένω πάρα πολύ με τη γνωριμία της ιστορίας της και την εκμάθηση του παρελθόντος της, είναι ακριβώς γιατί, ειδικά οι νέοι, πρέπει να ξέρουν την ιστορία της πόλης, πρέπει να νιώθουν περήφανοι για αυτήν, να την αγαπούν και να την προστατεύουν.

Στο γραφείο του Χριστόδουλου Σώζου, στην αίθουσα του Παττίχειου Δημοτικού Μουσείου που είναι αφιερωμένη στο Δήμαρχο της Λεμεσού (1908 — 1912) στον οποίο η πόλη χρωστάει τον υπέροχο Δημοτικό Κήπο της και τον ηλεκτροφωτισμό της.

«Για να αγαπήσει την πόλη του κάποιος, θα πρέπει πρώτα να γνωρίσει το παρελθόν της»

Πώς δημιουργήθηκε το Δημοτικό Ιστορικό Αρχείο;
Το 1996, όταν ήμουν μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, υπέβαλα σ’ αυτό μια εμπεριστατωμένη μελέτη, με την οποία εισηγούμουν τη δημιουργία ενός ιστορικού αρχείου για την πόλη. Η ιδέα ξεκίνησε από πολύ πιο πριν, αρχές της δεκαετίας του ‘80, μαζί με τον Κώστα Κύρρη ο οποίος τότε ήταν Διευθυντής του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Κύπρου. Όταν αποφασίστηκε να γίνει το αρχείο, δημιουργήθηκε μια μικρή επιτροπή με ανθρώπους που γνώριζαν πώς θα μπορούσε να στηθεί το αρχείο, αλλά και το μουσειακό τμήμα του, και κάπως έτσι ξεκινήσαμε. Για 5-6 χρόνια, όποτε γινόταν ο προϋπολογισμός του Δήμου, θυμάμαι πάντα χαρακτηριστικά τον Δήμαρχο Κοντίδη, να γυρίζει και να μου λέει γελώντας: «Άντε, έχεις και εσύ ένα κονδύλι, για να μην παραπονιέσαι». Με αστείευαν για την επίμονη μου να δημιουργηθεί κάτι τέτοιο.

Μετά την απόφαση για τη δημιουργία του, άδειασε το σπίτι του Επάρχου εδώ, εισηγήθηκα στο Δημοτικό Συμβούλιο να σταματήσει αυτός ο απαρχαιωμένος θεσμός της αποικιοκρατίας, όπου ο εκάστοτε Άγγλος διοικητής έμενε σε αυτό το σπίτι. Το κτίριο άνηκε και συντηρείτο από τα δημόσια έργα, οπότε, συμφωνώντας και δίνοντας την έγκριση του το Υπουργείο Συγκοινωνιών, δόθηκε το σπίτι, για να μπορέσει να στεγαστεί το αρχείο. Βέβαια, το σπίτι ήθελε πολλά χρήματα για να διορθωθεί, και με εισφορές από τον Δήμο, αλλά και από τον επιχειρηματία Νίκο Παττίχη και το Ίδρυμα «Νίκου και Δέσποινας Παττίχη», το έργο πραγματοποιήθηκε.

Οι αρμόδιοι έκαναν όσα έπρεπε;
Όχι. Και το λέω ξεκάθαρα. Λίγοι ενδιαφερθήκαν όσο θα έπρεπε για τη διάδοση της ιστορίας της Λεμεσού. Εγώ υποστηρίζω ότι ακόμα και στα σχολεία, θα έπρεπε να υπάρχει μάθημα για την ιστορία της πόλης. Ακόμα και το ΤΕΠΑΚ ως τοπικό πανεπιστήμιο θα μπορούσε να δώσει περισσότερη σημασία στην ιστορία της. Και τα έγραψα, τα φώναξα τόσες πολλές φορές, ότι αποτελεί μεγάλη ανάγκη να γνωρίσουν την ιστορία της πόλης, αλλά κανείς σχεδόν δεν ενδιαφέρθηκε.

Έγραψα και φώναξα πολλές φορές, ότι είναι μεγάλη ανάγκη το ΤΕΠΑΚ και τα σχολεία να γνωρίσουν την ιστορία της πόλης.

Είσαι ευχαριστημένος με όσα έγιναν μέχρι τώρα, για την ιστορία της πόλης;
Καθόλου. Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν. Το Ιστορικό Αρχείο θα έπρεπε να το γνωρίσουν ακόμα καλύτερα, και ακόμα πιο πολλοί. Όσοι έρχονται εδώ και το βλέπουν, αναγνωρίζουν την αξία του και το εκτιμούν, αλλά είναι λίγοι αυτοί που έρχονται. Υπάρχουν ακόμα και Δημοτικοί Σύμβουλοι, που δεν έχουν έρθει ποτέ εδώ, εδώ που φυλάσσεται η ιστορία της πόλης τους.

Εσύ γιατί μπήκες σε αυτή την διαδικασία διαφύλαξης της ιστορίας;
Από αγάπη για την πόλη. Με την ιστορία της πόλης, ασχολούμαι εδώ και 40 χρόνια περίπου. Θεωρούσα ότι ήταν πολύ σημαντικό να δημιουργηθεί ένα τέτοιο αρχείο. Φυσικά, σήμερα έχει και άλλους που ενδιαφέρονται και μελετούν την ιστορία της Λεμεσού, δεν είμαι ο μοναδικός, αλλά είμαστε πολύ λίγοι. Ο περισσότερος κόσμος δεν εκπαιδεύτηκε να δίνει την απαραίτητη σημασία, να θεωρεί ότι η ιστορία είναι σημαντικό κομμάτι και αυτό πρέπει να αλλάξει αν θέλουμε καλύτερο μέλλον.

Τίτος Κολώτας, Δημήτρης Θεοδώρου, Μίμης Σοφοκλέους: Οι 3 άντρες αποτελούν εδώ και χρόνια τους πυλώνες της διάσωσης της ιστορίας της Λεμεσού, μέσω της οργάνωσης και ενίσχυσης του Παττίχειου Δημοτικού Ιστορικού Αρχείου και Μουσείου. 

Γίνεται σωστά η προβολή, τόσο της ιστορίας, όσο και του Αρχείου;
Εδώ και 12 χρόνια, κάνουμε κάθε χρόνο 1 ιστορικό συμπόσιο ανοικτό προς το κοινό, όπου γίνονται διαλέξεις και ομιλίες για σημαντικά θέματα. Συνήθως την πρώτη μέρα έρχονται γύρω στα 200 άτομα, αλλά τις επόμενες μέρες, δεν έχουμε πάνω από 80  σύνεδρους. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε πολύ περισσότερα για να φέρουμε τον κόσμο κοντά. Χρειάζεται μεγάλη στήριξη η οργάνωση του αρχείου και η προβολή της ιστορίας της πόλης μας, δεν είναι κάτι απλό.

Ποιο θα ήθελες να είναι το μέλλον του Αρχείου αυτού;
Το Αρχείο θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί περισσότερο, όχι μόνο από τον Δήμο, αλλά και από το κράτος, γιατί δεν αφορά μόνο την ιστορία της πόλης, αλλά την ιστορία του τόπου γενικότερα. Ιδανικά όμως, αυτό που θα έπρεπε να γίνει για να μπορεί το αρχείο να συμβαδίζει με τη σύγχρονη τάση και την τεχνολογία, είναι το ιστορικό υλικό να προσφέρεται σε μια σύγχρονη και ολοκληρωμένη ιστοσελίδα. Με αυτό τον τρόπο θα μπορεί ο κάθε μελετητής, ο κάθε Λεμεσιανός, αλλά και ο κάθε ξένος επισκέπτης, να ενημερώνεται έστω ηλεκτρονικά, κι ας μην έρχεται εδώ.

Το διαδίκτυο είναι ο μόνος τρόπος σήμερα για να γνωρίσει ο νέος την ιστορία της πόλης.

Πιστεύεις ότι το διαδίκτυο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λεμεσιανός θα μπορέσει να γνωρίσει την ιστορία σήμερα;
Για τους νέους σίγουρα. Ίσως να είναι και ο μόνος τρόπος πλέον. Γιατί ο νέος δε θα σηκωθεί να έρθει εδώ. Όταν κάθεται στο κομπιούτερ του, όμως, και ξέρει ότι υπάρχει ένα αξιόπιστο και ολοκληρωμένο αρχείο online, θα μπει να το δει. Ένα ηλεκτρονικό αρχείο θα ήταν το ιδανικό.

Γιατί είναι σημαντικό για μια πόλη να έχει ένα πλήρες ιστορικό αρχείο;
Γιατί κάποιος και ιδιαίτερα ο νέος, για να νιώσει, να σεβαστεί και να αγαπήσει την πόλη, θα πρέπει πρώτα να γνωρίσει την ιστορία και το παρελθόν της. Μόνο έτσι θα την αγαπήσει πραγματικά και θα αρχίσει να προγραμματίζει το μέλλον της. Στους νέους ελπίζουμε πλέον και αυτοί είναι που θα πάρουν τη σκυτάλη από εμάς τους παλιούς.

Ποιοι θεωρείς ότι θα πρέπει να συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια;
Εκ καθήκοντος υποχρεωμένοι θα έπρεπε να είναι το Υπουργείο Παιδείας μαζί με κάποιες εκπαιδευτικές οργανώσεις, το ΤΕΠΑΚ ως το πανεπιστήμιο της πόλης, ο Δήμος Λεμεσού, το ΕΒΕΛ, όσοι φορείς σχετίζονται με την πόλη. Πρέπει όλοι μαζί να δουν πώς μπορούν να προωθήσουν τη διαφύλαξη του παρελθόντος.

Τα βήματα του Τίτου Κολώτα καταλήγουν εκεί από όπου ξεκίνησαν, στην αφετηρία της δικής του προσωπικής του ιστορίας, στη Λεμεσό. Πασχίζει να διατηρήσει με κάθε τρόπο τις μνήμες και την ιστορία, τις στιγμές που στιγμάτισαν την πόλη. Όχι γιατί είναι προσκολλημένος στο χθες, ούτε γιατί θέλει να επιστρέψει εκεί, ουδέποτε κοίταξε πίσω νοσταλγικά. Το κάνει από αγάπη για την πόλη, για το μέλλον, για εμάς. Υποστηρίζει ότι μόνο μέσα από την ιστορία, θα μπορέσουμε να αγαπήσουμε τη Λεμεσό πραγματικά και να δούμε καθαρά το μέλλον της. Κι έτσι όπως συμβαίνει με κάθε ιστορία, για να μπορέσει να παραμείνει ζωντανή και να κρατήσει στο χρόνο, δε θα πρέπει να σταματήσει να εξιστορείται.