A CITY FULL OF FEELINGS A CITY FULL OF FEELINGS







Υπό την αιγίδα:
evel limassol
Επίσημοι Συνεργάτες

Ο Σταύρος μιλά για τoν στάβλο, που μετέτρεψε σε μια ξακουστή ταβέρνα στο Όμοδος!

Αν και πάνε σχεδόν 11 χρόνια από το ξεκίνημά του, ο Σταύρος, ο οποίος διευθύνει την πετυχημένη αγροτουριστική επιχείρηση «Στου Κυρ Γιάννη» στο Όμοδος, δεν έχει επαναπαυθεί στιγμή. Συνεχίζει να κυκλοφορεί με ένα τηλέφωνο που δε σταματάει να χτυπά από κόσμο που ζητά συνεχώς μια κράτηση, είτε για την ταβέρνα, είτε για τα αγροτουριστικά καταλύματα που ενοικιάζει στο χωριό. Η ταβέρνα διαθέτει πια φανατικό κοινό, χιλιάδες επισκέπτες από όλη την Κύπρο, αλλά και από το εξωτερικό, που καταφθάνουν στο χωριό, πολλές φορές μόνο και μόνο για τις νοστιμιές της ταβέρνας, τη διασκέδαση που προσφέρει και την εγκάρδια φιλοξενία. Μάλιστα, τέτοια είναι η αγάπη του κόσμου, ώστε η επιχείρηση στηρίχθηκε ακόμα και μετά το οικονομικό πλήγμα του 2013 στο νησί.

Βέβαια, παρά την πετυχημένη πορεία της, η επιχείρηση είχε μάλλον δύσκολο ξεκίνημα. Μπορεί να έχει «κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι» από τότε που ο Σταύρος αποφάσισε να υλοποιήσει ένα σχέδιο, στο οποίο σχεδόν κανείς δεν είχε πιστέψει αρχικά, όμως η αφοσίωσή του, η πίστη του σε αυτό και η επιθυμία του να το εξελίξει, τον ωθούν να συνεχίζει να κάνει σχέδια και να παλεύει για το καλύτερο. Το Αγρόκτημα του Κυρ Γιάννη, όπως ονομάζεται η επιχείρηση, άλλαξε ολόκληρη τη ζωή του Σταύρου από το 2007, όμως το πιο σημαντικό είναι ότι άλλαξε πολλά και μέσα στο ίδιο το χωριό. Το Όμοδος, που ήταν πάντα δημοφιλής προορισμός, λόγω του μοναστηριού στην πλατεία του, σήμερα αποτελεί ένα αξιόλογο δείγμα τουριστικής ανάπτυξης στην ύπαιθρο της Λεμεσού. Η λειτουργία της ταβέρνας και των καταλυμάτων «Στου Κυρ Γιάννη» έδωσε ένα πολύ καλό λόγο στους επισκέπτες να μπουν μέσα στα γραφικά στενά του Ομόδους, να το εξερευνήσουν και να γνωρίσουν τον τόπο όπως πραγματικά είναι, μέσα από τη φιλοξενία των κατοίκων και τις παραδόσεις του.

Το Όμοδος προσφέρει πια πολλές επιλογές για διαμονή και φαγητό, για δραστηριότητες και αναψυχή. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι προοπτικές για το μέλλον ανοίγονται ακόμα πιο ενθαρρυντικές. Ο Σταύρος έβαλε πριν 10+ χρόνια ένα προσωπικό στοίχημα, που αποδείχθηκε μια καθοριστική στιγμή για το μέλλον του τόπου του. Η ιστορία της πορείας του από τότε μέχρι σήμερα, όπως την αφηγήθηκε στο All About Limassol (την Επίσημη Πηγή Προβολής της Λεμεσού), αποδεικνύει ότι κάποιες φορές, απλώς πρέπει να είναι αρκετά θαρραλέος κανείς, για να κάνει μια καλή για όλους αρχή.

Επιστροφή στο χωριό

Ο Σταύρος γεννήθηκε στο Όμοδος τη δεκαετία του 1960, σε μια εποχή που ήταν πολύ δύσκολο ένας νέος άνθρωπος να θέλει να ζήσει στο χωριό του. Τελειώνοντας το σχολείο, ήξερε πολύ καλά ότι ο δρόμος του τον οδηγούσε μακριά από την ημιορεινή κοινότητα, με τα στενά δρομάκια και τα φτωχικά σπίτια. Βέβαια, είναι κοινό μυστικό ότι, όταν οι άνθρωποι κάνουμε σχέδια, η μοίρα τα βλέπει και γελά. Παιδί φτωχής οικογένειας, αποφάσισε να κυνηγήσει την τύχη του σπουδάζοντας στη Βιέννη Διοίκηση Επιχειρήσεων και δουλεύοντας παράλληλα σε μια ελληνική ταβέρνα της αυστριακής πρωτεύουσας (ως σερβιτόρος, αλλά και ως φολκλόρ χορευτής). Όταν η δουλειά αυτή αποδείχθηκε ότι απορροφούσε πολύ χρόνο και δυνάμεις, καθυστερώντας την ολοκλήρωση των σπουδών του, επέστρεψε στη Λευκωσία για να συνεχίσει σε ιδιωτικό κολλέγιο. Τελειώνοντας, ακολούθησε μια καριέρα σε ασφαλιστική εταιρεία. Όμως για τον Σταύρο, η πιο σωστή απόφαση που πήρε τελικά στην ενήλικη ζωή του, φαίνεται να ήταν η επιστροφή στο χωριό.

Αν περνάς από το γραφικό στενό της ταβέρνας, θα τον πετύχεις στο λευκό, ξύλινο τραπέζι έξω από την κάβα, με τον καφέ του και την πίπα του, να χαιρετά τον κόσμο χαμογελαστός.

Μεσήλικας πια, με σύζυγο και παιδιά, ήξερε ότι ήταν μεγάλο το ρίσκο να επιλέξει ένα χωριό 40 λεπτά από τη Λεμεσό, χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξη ή επαγγελματικές προοπτικές, ως μόνιμη κατοικία.  Αυτό που άφηνε πίσω του, όμως, μια ζωή στην πόλη, γεμάτη άγχος και πίεση, και μια δουλειά σε ασφαλιστική εταιρεία (που είχε υποστεί πολλούς τριγμούς μετά το σκάνδαλο των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί σε μετοχές στο χρηματιστήριο) έκανε τη ζωή στο χωριό να φαίνεται ιδανική επιλογή τη δεδομένη στιγμή.

Θα μπορούσε κανείς να φτιάξει πολύ όμορφες και ειδυλλιακές εικόνες για τη ζωή στο χωριό, με πρωινό ξύπνημα στον καθαρό αέρα και θέα στο πράσινο, με παραδοσιακό φαγητό από ολόφρεσκα υλικά κλπ. Στην πραγματικότητα, ο Σταύρος και η οικογένειά του χρειάστηκε να διαχειριστούν πολύ δύσκολες συνθήκες για να υποστηρίξουν την απόφασή τους να φτιάξουν μια ζωή από την αρχή, μακριά από τις ανέσεις της πόλης, μέχρι να γίνει πραγματικότητα η ιδέα για μια αγροτουριστική μονάδα στην ύπαιθρο της Λεμεσού.

Τα αμπέλια ήταν η κύρια ασχολία του Σταύρου το 2003, όταν επέστρεψε στο Όμοδος. Όταν είδε ότι ελάχιστα απέδιδαν, όμως, αποφάσισε να βάλει νέα φυτά στα χωράφια του (ποικιλίες όπως το cabernet και το shiraz), εξασφαλίζοντας και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. «Τότε όλοι με κορόιδευαν, θεωρούσαν ότι δεν ξέρω τι κάνω και ότι δε θα πετύχει το εγχείρημά μου». Σήμερα, το Αγρόκτημα του Κυρ Γιάννη περιλαμβάνει πια και μια πλούσια κάβα με ιδιαίτερα δημοφιλή κρασιά.

Έχοντας ως μόνο στήριγμα τα αμπέλια του Κυρ Γιάννη (πατέρα του Σταύρου) και ένα δωμάτιο στον αναπαλαιωμένο πρώην στάβλο / αποθήκη της οικογένειας (όπου σήμερα στεγάζεται η γνωστή ταβέρνα),  δοκίμασαν την τύχη τους με διάφορες ασχολίες (από mini market, μέχρι κατάστημα με souvenir). Έτσι, το ζευγάρι και τα 2 κοριτσάκια τους χρειάστηκε να στριμωχτούν για μήνες σε 30 τ.μ., με τον Σταύρο να απασχολείται στην αμπελοκαλλιέργεια και τη γυναίκα του στο mini market που άνοιξαν προσωρινά, αναζητώντας μια λύση βιοπορισμού. 

Ο στάβλος που έγινε η πρώτη αγροτουριστική μονάδα στην Κύπρο

Από νωρίς έγινε φανερό ότι και τα αμπέλια και το mini market απορροφούσαν περισσότερο χρόνο και προσπάθεια απ’ όσα απέδιδαν σε έσοδα, με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αδύνατο να συντηρηθεί αξιοπρεπώς η οικογένεια. Τότε ο Σταύρος και η γυναίκα του, Μερόπη, σκέφτηκαν πως το να τολμήσουν ένα άνοιγμα, θα ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουν τη διαβίωσή τους και την ευημερία των παιδιών, τόσο των 2 κοριτσιών τους, της Μαρίας - Χαράς και της Σταυριάνας, όσο και της κόρης που είχε αποκτήσει Σταύρος στον προηγούμενο γάμο του, της Γεωργίας.

«Ξέραμε ότι στο χωριό θα είχαμε καλύτερη ποιότητα ζωής και αυτό ήταν κάτι που θέλαμε να το προσφέρουμε ειδικά στα παιδιά. Γνωρίζαμε, όμως, ότι θα υπήρχαν και δυσκολίες αρκετές: από την οικονομική εξασφάλιση μέχρι και το γεγονός ότι τα παιδιά θα έπρεπε να πηγαίνουν μέχρι τις Πλάτρες όταν άρχισαν το σχολείο».

Κάπου εκεί γεννήθηκε η ιδέα για την αξιοποίηση του πετρόκτιστου στάβλου. «Ο χώρος που είχαμε αναπαλαιώσει ήταν σχετικά μικρός. Ο στάβλος ήταν τόσος ώστε να χωράει μόνο 4 πιθάρια για τα σταφύλια που κάναμε ζιβανία και 2 γαϊδούρια που χρησίμευαν για τη μεταφορά των σταφυλιών», λέει ο Σταύρος. «Όταν καθόμασταν στη βεράντα και βλέπαμε τα κτίσματα γύρω από τον πρώην στάβλο, εγκαταλελειμμένα και σε κακό χάλι, σκεφτόμασταν ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και να μας επιτρέψουν να φτιάξουμε κάτι καλό στον χώρο αυτό. Τότε αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με την ιδέα αυτή».

«Εάν η σύζυγος δεν ακολουθούσε και δε με στήριζε σε όλο αυτό, δε θα μπορούσε να είχε γίνει τίποτα, τελικά. Και δεν ήταν κάτι εύκολο αυτό, γιατί η ίδια είχε μεγαλώσει στη Λευκωσία και το περιβάλλον του χωριού ήταν πολύ διαφορετικό», παραδέχεται ο Σταύρος.

Από εκεί και έπειτα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους, ένα δρόμο, όμως, που δεν ήταν ούτε στρωμένος με ροδοπέταλα, ούτε χωρίς ρίσκα, ούτε χωρίς αναποδιές. Ο Σταύρος κατάφερε, μεν, να έρθει σε επαφή με τους ιδιοκτήτες των γειτονικών σπιτικών, οι οποίοι συμφώνησαν να του πουλήσουν τις περιουσίες τους, αλλά το θέμα της χρηματοδότησης ήταν σαφώς το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, με θάρρος και πολλή αποφασιστικότητα, φρόντισε ο ίδιος να ενημερωθεί για όλα τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πλαισίωναν τις αγροτουριστικές επιχειρήσεις. Ανακαλύπτοντας ότι το εγχείρημά του θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί κατά το 50% από τα ταμεία της Ε.Ε., άρχισε να αναζητά το άλλο 50%, που ξεπερνούσε τις 360.000 λίρες.

«Τελικά, πέρα από τη γυναίκα μου και την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως, που μου έδωσε το δάνειο (μετά την απόρριψη από Τράπεζα Κύπρου και Λαϊκή Τράπεζα), κανείς άλλος δεν πίστεψε στην ιδέα αυτή. Ακόμα και οι γονείς μου ήταν δύσπιστοι και θωρούσαν ότι θα χάσω τα λεφτά μου και θα καταστραφώ».

Γνώριζες από τουριστικές επιχειρήσεις πριν από αυτό;
Όχι, πέρα από τα φοιτητικά μου χρόνια στη Βιέννη και στη Λευκωσία, που δούλεψα ως γκαρσόνι, δεν είχα άλλη εμπειρία. Νομίζω, όμως, ότι έχω καλές επικοινωνιακές ικανότητες στην επαφή με τον κόσμο. Γι’ αυτό μάλλον ήμουν και καλός ασφαλιστής. Είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, έκανα έρευνα, αλλά ήξερα ότι έπαιρνα ρίσκο, που είτε θα πετύχαινε, είτε δε θα μου άφηνε άλλη επιλογή πέρα από το να γίνω ένας απλός υπάλληλος στην οποιαδήποτε δουλειά.

Δεν κουβαλούσες μαζί σου κακή φήμη ή αντιπάθειες, αφού δούλευες σε ασφαλιστική εταιρεία την περίοδο με το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου;
Ναι, βέβαια. Υπήρξαν και περιπτώσεις πελατών της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία εργαζόμουν, οι οποίοι με απείλησαν και προσωπικά. Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος και ήταν και ένας από τους λόγους που με έπεισαν να αφήσω για πάντα πίσω μου εκείνη τη ζωή. Επειδή, όμως, προσωπικά δεν είχα ανάμιξη στο σκάνδαλο και μάλιστα υπήρξα μάρτυρας στο δικαστήριο υπέρ όσων έπεσαν θύματα της κατάχρησης των χρημάτων τους, κατάφερα να αποκαταστήσω το όνομά μου.

«Η αίτηση που καταθέσαμε στην Πολεοδομία για να εξασφαλίσουμε άδειες για το έργο, ήταν η πρώτη σε όλη την Κύπρο, που αφορούσε αγροτουριστική ανάπτυξη».

Το 2007 αυτό που ξεκινήσαμε ήταν κάτι καινούριο. Ο κόσμος ερχόταν, βέβαια, στο χωριό, αλλά έμενε μέχρι την πλατεία, έβλεπε το μοναστήρι και μετά έφευγε. Υπήρχαν κάποιες ταβέρνες, αλλά ήταν έξω από το χωριό. Γι’ αυτό και η λειτουργία της ταβέρνας και των καταλυμάτων θεωρήθηκε ως ένα σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη του χωριού γενικότερα.

Το είχα φτιάξει στο μυαλό μου από την αρχή όπως είναι σήμερα. Ξύλινα παραθυρόφυλλα και πόρτες σε πράσινο χρώμα, ξύλινα άσπρα τραπέζια και καρέκλες στην ταβέρνα κλπ. Αυτά, βέβαια, όπως και άλλα στοιχεία ήταν αφορμή για να μην εγκριθεί το σύνολο της χρηματοδότησης που περίμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις 360.000 λίρες που θα ήταν το ποσό, η Πολεοδομία ενέκρινε τελικά μόνο 70.000 και χρειάστηκε να πάρω δεύτερο δάνειο από την Τράπεζα Αναπτύξεως, για να ολοκληρωθεί το έργο. Το δάνειο αυτό, που ήταν πια €1.000.000, θα το χρωστάω για πολλά χρόνια ακόμα.

Σε πόσα χρόνια ολοκληρώθηκε το έργο;
Από το 2003, που αρχίσαμε να το κυνηγάμε, λειτούργησε τελικά το 2008.

Ο Σταύρος πριν 10+ χρόνια, στο γνώριμο σκηνικό «Στου Κυρ Γιάννη», όταν η ταβέρνα άνοιξε τις πόρτες της και έκανε τα πρώτα βήματα της πετυχημένης πορείας που έμελλε να ακολουθήσει.

Ήταν από την αρχή θετική η εικόνα για την πορεία της επιχείρησης;
Η αρχή ήταν δύσκολη. Ο κόσμος όντως ερχόταν μέχρι την πλατεία και έφευγε. Δειλά – δειλά άρχισαν να έρχονται κάποιοι Σάββατα και Κυριακές, περπατώντας μέχρι εδώ. Μετά από 1,5 χρόνο άρχισε να γίνεται πιο σταθερή η κίνηση. Επειδή, όμως, στο μεταξύ έτρεχαν και τα έξοδα και οι δόσεις για το δάνειο, χρειάστηκε εκείνη την περίοδο να κάνω κι άλλες δουλειές, κυρίως χειρωνακτικές, βοηθώντας κάποιο φίλο να βάψει και άλλα συναφή. Βέβαια, με ενθάρρυνε το γεγονός ότι ο κόσμος έφευγε με τις καλύτερες εντυπώσεις από εδώ.

Ακόμα κι από έξω όταν περνούσαν, όλοι εξέφραζαν τον ενθουσιασμό τους για το πόσο ωραίο είχε γίνει το μαγαζί. Αυτό μάλλον έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη συνέχεια, γιατί μετά τον τρίτο χρόνο, υπήρξε μια ραγδαία αύξηση επισκεπτών: ο 1 έφερνε πίσω μαζί του 10 και οι 10 έφερναν 100.

Τα καταλύματα που αποτελούν μέρος της επιχείρησης δημιουργήθηκαν από την αρχή;
Τα 2 στούντιο που βρίσκονται πάνω από την ταβέρνα, δημιουργήθηκαν από την αρχή. Όσο αυξάνονταν οι επισκέπτες, όμως, που ήθελαν να διανυκτερεύσουν μετά το φαγητό στην ταβέρνα, χρειάστηκε να βρούμε και άλλα δωμάτια. Έτσι ζητήσαμε να ενοικιάσουμε παραδοσιακά σπίτια μέσα στο χωριό, διευκολύνοντας και όσους ήθελαν να αποπληρώσουν τα δάνεια που είχαν κάνει για να τα αναπαλαιώσουν. Είναι αρκετά μεγάλο το ποσό που δίνουμε για να ενοικιαστούν αυτοί οι χώροι, που αποτελούν ουσιαστικά 11 καταλύματα ακόμα.

Στο χωριό υπάρχουν σήμερα συνολικά 13 καταλύματα που περιλαμβάνονται στην αγροτουριστική επιχείρηση του Σταύρου, μικρότερα ή μεγαλύτερα, απλά στούντιο ή και ολόκληρα αρχοντικά, τα οποία μπορούν να καλύψουν κάθε είδους ανάγκη και προτίμηση.

Όλη αυτή η προσπάθεια και το ρίσκο δεν σου προκαλούν άγχος;
Φυσικά και προκαλούν. Είναι μόνιμο το άγχος, αλλά το περίμενα όταν έμπαινα σε αυτή τη διαδικασία. Βέβαια, τίποτα δεν είναι αδύνατο, με καλή οργάνωση και προγραμματισμό. Αυτό πάντα το πίστευα. Κι επειδή έχουμε φτιάξει μια καλή ομάδα εδώ «Στου Κυρ Γιάννη», με την οποία συνεργάζομαι για χρόνια, αυτό το πετυχαίνουμε.

 «Ο Gabi, ο υπεύθυνος της ταβέρνας, είναι μαζί μου 10 χρόνια. Και οι 2 chef, που είναι ζευγάρι και έγινα και κουμπάρος τους, είναι από τους ανθρώπους με τους οποίους ξεκινήσαμε μαζί το μαγαζί, το 2007», λέει ο Σταύρος.

Ακόμα κι όταν έχουμε κάποιο κακό σχόλιο στο TripAdvisor, για παράδειγμα, μαζευόμαστε όλοι και το συζητάμε για να δούμε τι έγινε και τι χρειάζεται να διορθώσουμε. Όλα τα παιδιά της ομάδας νοιάζονται και πονούν με τα αρνητικά σχόλια, γιατί τη νιώθουν δική τους την επιχείρηση. Αφιέρωσα αρκετό χρόνο μιλώντας μαζί τους, για να βεβαιωθώ ότι συμμερίζονται το όραμα και τους στόχους μου και να διασφαλίσω ότι όλοι δουλεύουμε προς την ίδια κατεύθυνση.

Με το προσωπικό έχει σχέσεις οικογενειακές, αφού με αυτούς μοιράζεται την επιτυχία της επιχείρησης. Θέλησε να έχει μαζί του ανθρώπους που θα συμμερίζονταν το όραμά του, ακόμα κι αν χρειάστηκε να τους πείσει γι’ αυτό ή να επιμεληθεί ακόμα και την εμφάνισή τους, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δουλειάς.

Πέρα από το να δούμε το λάθος, βέβαια, φροντίζουμε να δώσουμε και στον πελάτη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η κακή εμπειρία του ήταν μια ατυχής στιγμή, προσφέροντάς του μια δωρεάν επίσκεψη. Γενικά, το κέρασμα είναι κάτι που μου αρέσει να υπάρχει στο μαγαζί, είτε είναι ένα επιδόρπιο, είτε ένα μπουκάλι κρασί. Είναι σημαντικό κομμάτι της φιλοξενίας και της ανθρώπινης επαφής με τον κόσμο. Σε αυτό οφείλεται και ένα μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας, γιατί ο επισκέπτης νιώθει ότι δεν τον βλέπεις σαν πορτοφόλι. Αυτό μου αρέσει να εισπράττω κι εγώ όταν πάω σε κάποιο μαγαζί, έτσι το προσφέρω κι εγώ στους δικούς μας επισκέπτες. Μουσική και φαγητό μπορεί να βρει κανείς παντού, αλλά ο άνθρωπος είναι αυτός που θα κάνει τη διαφορά.

Το τηλέφωνο είναι προέκταση του χεριού του πια, κάθε ώρα και κάθε μέρα. Από την αρχή της επιχείρησης ανέλαβε την ευθύνη της επικοινωνίας με τον κόσμο και της διευθέτησης των κρατήσεων και αυτό δεν αλλάζει, καθώς ξέρει ότι μόνο έτσι μπορεί να διατηρήσει την αμεσότητα στην επαφή με τον κόσμο, που αποτελεί και το διαφοροποιητικό στοιχείο της δουλειάς του.

Με όλη αυτή την πίεση και το άγχος, προλαβαίνεις να φροντίζεις τον εαυτό σου;
Δεν προσέχω ιδιαίτερα, είναι η αλήθεια. Θα έπρεπε να φροντίζω καλύτερα τον εαυτό μου, ιδίως όσο περνούν τα χρόνια. Δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερα προβλήματα υγείας ευτυχώς, αλλά είχα μια πολύ σοβαρή περιπέτεια με την υγεία μου πριν 3 χρόνια, που με άφησε σε κώμα για 2 εβδομάδες, μετά από άτυπη πνευμονία.

Δούλευα στο αμπέλι κάτω από βροχή και μετά επέστρεψα κατευθείαν στην ταβέρνα, είχα αρχίσει να νιώθω το κρύωμα, είχα βήχα και όλο αυτό εξελίχθηκε μέσα σε 3 ημέρες σε μια οξεία κατάσταση με ψηλό πυρετό, που με κράτησε στην εντατική. Ήμουν 1 βήμα από τον θάνατο και χρειάστηκε να μάθω να περπατάω από την αρχή όταν σηκώθηκα από το κρεβάτι.

Σε ανταμείβει καθόλου για όλη αυτή την ταλαιπωρία η δουλειά σου;
Είναι η έξοδός μου η δουλειά, περνάω καλά σε αυτή, παρά το άγχος που συνεπάγεται, γιατί μέχρι να πάει 10 το βράδυ και να χαλαρώσει η κίνηση, είμαι πάντα σε ένταση. Όμως με χαροποιεί η επαφή με τον κόσμο, να καλωσορίζω τους επισκέπτες, να περνάω από τα τραπέζια και να μιλώ μαζί τους, να βλέπω αν χρειάζονται κάτι παραπάνω. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μην το κάνει αυτό κάποια στιγμή.

Αριστερά: Η βεράντα του ανωγείου το 2004 (πάνω από την ταβέρνα σήμερα) όπου έμειναν αρχικά ο Σταύρος και η οικογένειά του, επιστρέφοντας στο Όμοδος. Δεξιά: Το 2018, η είσοδος αυτής της ίδιας βεράντας, που οδηγεί πια σε 2 από τα 13 ενοικιαζόμενα δωμάτια της επιχείρησης, δείχνει πόσο έχει αναβαθμιστεί η εικόνα του διατηρητέου μέσα στο διάστημα αυτό.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο ελάττωμά σου;
Είμαι πολύ αγχώδης, με επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό, δηλαδή, η ένταση της δουλειάς. Αυτό δεν έχω καταφέρει να το ελέγξω και συσσωρεύεται όσο περνούν τα χρόνια και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα υπάρξει μια κορύφωση. Αλλά καταφέρνω να μη ξεσπώ με νεύρα. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, ακολουθώ μια θεραπεία με φυτικά χάπια για το νευρικό σύστημα, ώστε να παραμένω ήρεμος, παρά το άγχος και την πίεση.

Γι’ αυτό και ό,τι κι αν συμβεί, δε θα με ακούσεις να ανεβάζω τον τόνο της φωνής μου. Κι αν ακόμα κάποιος άλλος ανεβάσει τους τόνους, θα παρέμβω για να το σταματήσω.

Δεν έχεις βγει ποτέ εκτός ελέγχου, δηλαδή;
Συνέβη μόνο μια φορά αυτό, τον πρώτο καιρό που λειτούργησε η ταβέρνα. Είχα έναν μουσικό ο οποίος μάλλον έκανε χρήση ουσιών, μάλλον. Κάποιο βράδυ, που είχε πιει και ζιβανία, τον είδα ότι καθώς περνούσε ανάμεσα από τα τραπέζια, χτυπούσε συνέχεια πάνω σε έναν πελάτη. Τον πλησίασα, λοιπόν, και του είπα να πάει να πληρωθεί και να φύγει. Τότε εκείνος αντέδρασε με άσχημο τρόπο και απείλησε να μου κάνει κακό και σ’ εμένα και στην οικογένειά μου. Τότε του επιτέθηκα και τον χτύπησα και ευτυχώς ήμασταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού και όχι μέσα στον κόσμο. Δεν αντιδρώ έτσι γενικά, όμως. Τέτοιες εκρήξεις είχα μόνο 4 φορές σε όλη μου τη ζωή.

Τόλμησε, ονειρεύτηκε, σχεδίασε και ρίσκαρε και σε όλη αυτή την προσπάθεια πέρα από τη στήριξη της συζύγου του, είχε και πίστη στις δυνάμεις του. Δεν είχε ποτέ ειδικές γνώσεις ούτε στον τομέα του τουρισμού, ούτε στον τομέα της εστίασης (πέρα από την κατάρτιση που προσφέρουν σε επιμέρους θέματα κάποια σεμινάρια που παρακολουθεί), αλλά ήξερε ότι είχε ταλέντο στην επικοινωνία με τον κόσμο και η φιλοξενία ήταν κάτι που του έβγαινε φυσικά. 

Μετανιώνεις για κάτι;
Κοιτάζοντας τις κόρες μου, που είναι πια 14 – 15 χρονών, συνειδητοποιώ ότι έχασα πολλά από όσα θα μπορούσα να είχα ζήσει μαζί τους. Μετανιώνω για τον χρόνο που χάθηκε, αλλά έπρεπε να κάνω αυτό που έκανα, κυρίως για να εξασφαλίσω ότι θα είχαν μια καλή ζωή. Θέλησα να έχουν εκείνα που στερήθηκα εγώ, αν και προσπαθώ να κρατάω ισορροπίες για να μην καταλήξουν κακομαθημένα. Όταν νιώθω ότι χρειάζεται να περάσουν κάποια μηνύματα, μπορεί να γίνω και αυστηρός και απόλυτος κάποιες φορές. Σίγουρα, αν είχα περισσότερο χρόνο μαζί τους, τα μηνύματα θα περνούσαν χωρίς να χρειαστεί να έχω έντονο ύφος, αλλά δεν είχα αυτή την ευκαιρία. Όμως καταλαβαίνουν αυτό που θέλω να πω, είναι μυαλωμένες και φρόνιμες.

Οι κόρες μας μεγάλωσαν απλά εδώ, έμαθαν να περπατούν στο χωριό και να χαιρετούν τον κόσμο εγκάρδια.

Θα πάμε μαζί στο χωράφι και θα ανεβούν στο φορτηγάκι όπως όλοι. Βέβαια, όταν θα κάνουμε τις βόλτες μας στην πόλη, για να πιούμε καφέ στην παραλία ή να φάμε και το sushi μας, θα πάρουμε και μια γεύση από τις ανέσεις και τον κοσμοπολιτισμό της Λεμεσού. Απολαμβάνουμε και την απλότητα και τις ανέσεις εξίσου, γιατί αυτό εξασφαλίζει μια ισορροπία στην καθημερινότητά μας.

«Ο Κυρ Γιάννης, ο πατέρας μου, ήταν αυστηρός πολύ όσο μεγαλώναμε. Έπεφτε συχνά ξύλο, με διάφορες αφορμές, είτε γιατί δεν πήγαμε στο χωράφι για δουλειά, είτε γιατί τον κοιτούσαμε στα μάτια όταν έκανε παρατήρηση. Η μάνα προσπαθούσε να μας προστατεύσει, αλλά δεν τα κατάφερνε συνήθως. Νομίζω, βέβαια, ότι δε θα ήταν το ίδιο αυστηρός αν τα πράγματα ήταν εύκολα από οικονομικής άποψης».

Έχετε αφομοιωθεί πλήρως στη ζωή και στην κοινωνία του χωριού όλοι, λοιπόν.
Φυσικά. Η ηρεμία, η απλή ζωή, οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν κάτι που το θέλαμε όταν πήραμε την απόφαση να επιστρέψουμε στο Όμοδος. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα συνήθειες από τις οποίες εγώ προσωπικά επιλέγω ακόμα να κρατάω απόσταση. Δε μου αρέσει, για παράδειγμα, το κουτσομπολιό, που είναι πάντα πιο έντονο όταν είναι μικρό ένα μέρος. Ίσως γι’ αυτό και δεν συχνάζω στο καφενείο του χωριού. Προτιμώ να παίρνω τον καφέ μου και να κάθομαι εδώ στο δρομάκι, έξω από το μαγαζί.

Ήταν υποστηρικτικό το περιβάλλον του χωριού στην προσπάθειά σου;
Η αντιμετώπιση που είχα από την Τοπική Αρχή ήταν πολύ σημαντικό στοιχείο στην όλη διαδικασία. Ιδίως ο Πρόεδρος της κοινότητας, ο οποίος βλέπει ότι οι προσπάθειες μας έχουν θετικό αντίκτυπο στο χωριό, συμβάλλει όσο μπορεί. Βέβαια, πάντα υπάρχει ανάγκη για βελτιωτικά έργα, ιδίως για ανάπλαση της πλατείας.

Γεννημένος στις 14 Σεπτεμβρίου, ο Σταύρος γιορτάζει μαζί με το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, που έκανε διάσημο το χωριό του, αλλά και μαζί με την κόρη του, τη Σταυριάνα, με την οποία μοιράζονται την ίδια ημέρα γενεθλίων.

Από το στενό όπου βρίσκεται η ταβέρνα «Στου Κυρ Γιάννη» στο Όμοδος, ένα άλλοτε ερημικό δρομάκι, σήμερα περνά συνέχεια κόσμος, μέρα και νύχτα, Σαββατοκύριακα και καθημερινές. Ο Σταύρος, θέλοντας και μη, άλλαξε για πάντα την εικόνα του χωριού, δημιουργώντας κάτι που αποτέλεσε τη βάση για να κάνουν και άλλοι βήματα στην ίδια κατεύθυνση. Οι διαφωνίες και οι ενστάσεις δε λείπουν, βέβαια, ιδίως σε ένα μικρό μέρος, όπου και ο συντηρητισμός και η ζηλοφθονία συνήθως βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.

Είναι, όμως, χαρακτηριστική η περίπτωση του κυρίου Πάμπη, ο οποίος λειτούργησε την ταβέρνα «Το Κατώι» λίγα μέτρα πιο πέρα από την ταβέρνα του Σταύρου. Αν και θα περίμενε κανείς οι 2 επιχειρηματίες να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο ανταγωνιστικά, στην πραγματικότητα τους δένει μια όμορφη, φιλική σχέση, αφού συμμερίζονται την άποψη ότι η επιτυχία του ενός συνεπάγεται ευκαιρίες και προοπτική για όλους. Χάριν σε τέτοιους ανθρώπους, λοιπόν, με τέτοια μυαλά και τόσο θάρρος και δυνάμεις, ώστε να ξεπερνούν εμπόδια και αναποδιές, το μικρό Όμοδος αποτελεί ένα πολύ καλά παράδειγμα προόδου και ανάπτυξης, τόσο για την ύπαιθρο, όσο και για την πόλη της Λεμεσού.

swipe gallery



Αγαπάς και εσύ τη Λεμεσό;