A CITY FULL OF FEELINGS A CITY FULL OF FEELINGS







Υπό την αιγίδα:
ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Ο Μάριος Κλεοβούλου αφηγείται την ιστορία πίσω από το ξακουστό Mario's Snacks!

Πριν ξημερώσει η μέρα, εδώ και 37 χρόνια, ο Μάριος Κλεοβούλου ανάβει τη λάμπα του εργαστηρίου του, στο κέντρο της Λεμεσού και πιάνει δουλειά από τα χαράματα. Σε αυτό δε διαφέρει από χιλιάδες ακόμα συμπολίτες του, όμως το αποτέλεσμα της δουλειάς του είναι αυτό που τον κάνει να ξεχωρίζει, γιατί όλοι πια γνωρίζουν το όνομά του (και το μουστάκι του) χάριν στις διάσημες κούπες και τυρόπιτες που φτιάχνει τόσα χρόνια.

Βέβαια, αυτό που οι πιο πολλοί δεν ξέρουν είναι και ο λόγος για αυτό εδώ το αφιέρωμα που φιλοξενεί το All About Limassol (η Επίσημη Πηγή Προβολής της Λεμεσού). Γιατί περιπτώσεις όπως αυτή του Μάριου, που έφυγε έφηβος από τα Μαντριά της ορεινής Λεμεσού για να βρει την τύχη του, και κατέληξε να δημιουργήσει ένα από τα πιο αξιοζήλευτα μαγαζιά της πόλης, είναι σίγουρα παράδειγμα προς μίμηση, για όσους αναγνωρίζουν πόσο σημαντικό είναι να περηφανεύεται η Λεμεσός για επιχειρήσεις που βάζουν πάνω απ' όλα την ποιότητα. Η ιστορία και οι άνθρωποι πίσω από το Mario’s Snacks, λοιπόν, ένα μαγαζί που έχει γίνει καθημερινή συνήθεια για χιλιάδες ντόπιους και ξένους, και ξεχωρίζει για το μεράκι και την ποιότητα στα προϊόντα του, δεν είναι παρά μόνο ένα μικρό δείγμα όσων μπορούν οι άνθρωποι της πόλης αυτής να καταφέρουν, ανεβάζοντας καθημερινά το επίπεδο για όλους μας.

Την εποχή που στην Κύπρο η Αμμόχωστος ήταν η μητρόπολη του τουρισμού, ο Μάριος βρέθηκε στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της πόλης εκείνης, κάνοντας τα πρώτα του βήματα στον τομέα της μαγειρικής και της φιλοξενίας. Τότε στη Λεμεσό δεν υπήρχε ούτε σαν υποψία η προοπτική της τουριστικής ανάπτυξης και όσα έβλεπε για πρώτη φορά εκεί, μένουν χαραγμένα ακόμα και σήμερα στη μνήμη του. Ο ίδιος τότε ακόμα, ούτε που φανταζόταν ότι θα κατάφερνε να στήσει μια επιχείρηση, που θα κέρδιζε τον θαυμασμό, την εκτίμηση και την προτίμηση χιλιάδων ανθρώπων στη Λεμεσό.

Η καριέρα του στην Αμμόχωστο σταμάτησε απότομα, με το βάρβαρο ξύπνημα το πρωινό της τουρκικής εισβολής, όταν είδε τους 11 ορόφους του επιβλητικού Salaminia Tower, όπου δούλευε, να σωριάζονται βομβαρδισμένοι από τα τουρκικά αεροπλάνα.

Με την εισβολή η ζωή στο νησί άλλαξε βίαια, από τη μια μέρα στην άλλη, και για τον 16χρονο τότε Μάριο, η εμπειρία της σύντομης παραμονής του στη Αμμόχωστο υπήρξε αναπόφευκτα η πιο πολύτιμη και ευχάριστη, αλλά ταυτόχρονα και η πιο τραυματική εμπειρία της ζωής του.

Τα όσα είδε και έμαθε τότε ως νεαρός βοηθός μάγειρα, φαίνεται να αποτελούν και σήμερα τρόπο δουλειάς και γνώμονα της επιτυχίας του. Θυμάται με θαυμασμό πως τα ξενοδοχεία διοργάνωναν τότε εκδρομές στην ύπαιθρο, ναυλώνοντας λεωφορεία και ψήνοντας σούβλες για όλους τους επισκέπτες τους.

«Η φιλοξενία ήταν σε άλλο επίπεδο», λέει «και οι επισκέπτες κατέφθαναν όλο τον χρόνο, γιατί ο τουρίστας ερχόταν ξανά και ξανά, και 1 και 2 και 3 και 4 ακόμα φορές μέσα στην ίδια χρονιά».

Τα παραδείγματα και τα μαθήματα που αποκόμισε δουλεύοντας στην Αμμόχωστο τη λαμπερή αυτή περίοδο, αποδείχθηκαν πολύτιμη παρακαταθήκη για τα βήματα που θα ακολουθούσε, επιστρέφοντας στη Λεμεσό. Μεθοδικός, επίμονος, με έμφαση στη λεπτομέρεια και στην ποιότητα, ο Μάριος έδειξε από νωρίς ότι είχε όλες τις προϋποθέσεις για να δημιουργήσει τη δική του μικρή επιχείρηση, θέτοντας, όμως, τον πήχυ τόσο ψηλά, όσο τον έθεταν και τα ξενοδοχεία στα οποία δούλεψε από νεαρή ηλικία.

Έτσι, αφού πέρασε από τα ξενοδοχεία Amathus και Forest Park στη Λεμεσό, αποφάσισε να ανοίξει το δικό του μαγαζί, για να μπορέσει να φτιάξει και τη δική του οικογένεια. Οι αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια κοινής ζωής με τη γυναίκα του, τη Σοφία, του θυμίζουν σκηνές από κωμωδία του Θανάση Βέγγου, όπου τα ασυμβίβαστα ωράρια εργασίας είχαν σαν αποτέλεσμα να συναντιούνται οι σύζυγοι μόνο στην εξώπορτα του σπιτιού τους, ο ένας μπαίνοντας και ο άλλος βγαίνοντας. Έτσι, το μικρό μαγαζάκι των 2 x 2 έμοιαζε να είναι η μόνη ελπίδα για να γίνουν κανονική οικογένεια.

Πολλά έχουν αλλάξει στον τρόπο δουλειάς, πια, αλλά μια συνήθεια παραμένει αναλλοίωτη εδώ και δεκαετίες: η μεσημεριανή σιέστα 1 – 2 ωρών είναι μια πολυτέλεια που δεν την έχει στερήσει στον εαυτό του, αφού είναι ο μόνος τρόπος για να ανταπεξέλθει σε μια μέρα που αρχίζει στις 3 τα χαράματα και κλείνει αργά το απόγευμα.

«Στο Amathus δούλευα μάγειρας. Όταν αποφάσισα να φύγω μου πρότειναν να πάω και στην Επαρχιακή Διοίκηση – όπου δούλευε και η γυναίκα μου – να γίνω επιστάτης. Ήταν πολύ εύκολο κάτι τέτοιο εκείνη την εποχή. Πήγα όντως για συνέντευξη και μου πρότειναν να πιάσω δουλειά από την επόμενη μέρα – τόσο εύκολο ήταν - όμως δε μου ταίριαζε κάτι τέτοιο», εξηγεί. «Αντί αυτού, προτίμησα να κάνω κάτι δικό μου, γιατί είχα την τόλμη να ρισκάρω και πίστευα ότι θα τα καταφέρω».

«Είχα 200 λίρες στην άκρη. Σκέφτηκα και ταβέρνα να ανοίξω, αλλά προτίμησα κάτι που δε θα με απασχολούσε τις νύχτες και τις γιορτές. Έτσι ξεκίνησα το snack bar, σε ένα πολύ μικρό χώρο στην οδό Γλάδστωνος».

Τα 3 παιδιά της οικογένειας προσανατολίστηκαν από την αρχή σε σπουδές οι οποίες θα συνδέονταν άμεσα με την ανάπτυξη της οικογενειακής επιχείρησης. Με σπουδές στα ξενοδοχειακά τα 2 αγόρια, ο Στέλιος (ο μεγαλύτερος) και ο Χάρης (ο μικρότερος), και στα λογιστικά η κόρη, η Δέσποινα, έγιναν οι ιδανικοί συνέταιροι για μια επιχείρηση που είχε όλες τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί.

Πριν τη μεγάλη ανακαίνιση του 2009, το εργαστήριο ήταν σε ανοιχτή θέα, ώστε να βλέπουν με τα μάτια τους οι πελάτες πως παράγονται τα προϊόντα. Όταν το εργαστήριο μεταφέρθηκε στον πρώτο όροφο, ο Μάριος επέμενε να τοποθετηθεί οθόνη, ακριβώς μπροστά από την είσοδο του καταστήματος (με την ένδειξη 'Live Now'), που να δείχνει όσα γίνονται την ίδια ώρα στο εργαστήριο.

Αυτή η συνύπαρξη πατέρα και παιδιών, αν και σε άλλες οικογενειακές επιχειρήσεις έχει γίνει αφορμή για προστριβές και εντάσεις, για την οικογένεια του Μάριου Κλεοβούλου φαίνεται ότι λειτούργησε με έναν τρόπο ωφέλιμο και για την οικογένεια, αλλά και για τη δουλειά. Το μαγαζί, άλλωστε, στήθηκε χάριν στην υποστήριξη της συζύγου και μητέρας, την οποία είχαν την ατυχία να χάσουν πολύ νωρίς.

Στα δύσκολα χρόνια που πέρασε η οικογένεια, με την περιπέτεια της υγείας της Σοφίας, τα ταξίδια στη Γερμανία για χημειοθεραπείες και την πρόωρη απώλειά της, πατέρας και παιδιά βρέθηκαν να στηρίζουν ο ένας τον άλλο, προσπαθώντας να αναπληρώσουν ένα δυσαναπλήρωτο κενό, στο σπίτι και στη δουλειά.

«Ο Στέλιος μπήκε στη δουλειά σε μια πολύ ζόρικη στιγμή, τόσο για την οικογένεια, όσο και για την επιχείρηση», εξηγεί ο Χάρης, «γιατί το 2005 που επέστρεψε ήταν η πιο δύσκολη περίοδος για την ασθένεια της μητέρας μας και ο πατέρας έλειπε συχνά μαζί της στη Γερμανία, ενώ λίγο αργότερα ήρθε και η μεγάλη ανακαίνιση, όταν το μαγαζί στήθηκε ουσιαστικά από την αρχή». Τα παιδιά, βέβαια, ήξεραν ότι δε θα έμπαιναν στη δουλειά σαν αφεντικά μόλις επέστρεφαν από τις σπουδές τους.

«Είχαμε κάνει μια προφορική συμφωνία με τον πατέρα μας, όλα τα παιδιά, να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε ο καθένας ανεξάρτητα, κάπου πέρα από την οικογενειακή επιχείρηση και να έρθουμε να μπούμε σιγά – σιγά στη δουλειά μετά». Σήμερα, ο Στέλιος (μπροστά αριστερά), ο Χάρης (μπροστά κέντρο) και η Δέσποινα (δεξιά) διαχειρίζονται ο καθένας και από ένα σημαντικό κομμάτι της επιχείρησης, με τον Στέλιο υπεύθυνο για την παραγωγή και τη ζεστή κουζίνα, τον Χάρη υπεύθυνο για την κρύα κουζίνα και το marketing και τη Δέσποινα στα λογιστικά της εταιρείας.

Οι 2 γενιές που συνεργάζονται σήμερα στην οικογενειακή επιχείρηση, μοιάζει να έχουν βρει τη χρυσή τομή στη συνεργασία τους. Οι νέες ιδέες των παιδιών έρχονται και σμίγουν αρμονικά με τη γνώση και την πείρα 30+ χρόνων που κουβαλά ο πατέρας, μεγαλώνοντας την επιχείρηση με έναν τρόπο δημιουργικό και μοντέρνο, χωρίς να απομακρύνονται ποτέ από την αρχική φιλοσοφία του snack bar, ως ένα χώρο βολικό για το φαγητό των ανθρώπων που κινούνται με γρήγορους ρυθμούς μέσα στην πόλη.

Οι σχέσεις παιδιών και πατέρα, παραμερίζονται ομαλά στον χώρο της δουλειάς και επιστρέφουν στα διαλείμματα, εκεί που θα κάνουν το αστείο της ημέρας, ή ακόμα και τη στιγμή που θα ξεκλέψουν μερικά λεπτά για να μάθει, επιτέλους, ποδόσφαιρο ο Μάριος στην αυλή πίσω από το μαγαζί, μήπως καταφέρει να παίξει με τα εγγόνια του.

Μετάνιωσες για κάτι όλα αυτά τα χρόνια;
Μόνο για τα εξωφρενικά ωράρια της πρώτης δεκαετίας μετανιώνω. Τότε έκλεινα 15 – 16 ώρες στη δουλειά, από τις 3 το χάραμα, μέχρι τις 9 τη νύχτα. Ήταν μικρό το μαγαζί της Γλάδστωνος και δεν υπήρχε η δυνατότητα να πάρουμε υπαλλήλους. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, όμως, γιατί οι πελάτες πολλαπλασιάζονταν από μέρα σε μέρα. Ο κόσμος έφτασε να κάνει ουρές έξω από το μαγαζί, μέχρι τον δρόμο, για να πάρει κούπα και τυρόπιτα.

«Οι γυναίκες προσφέρουν πάντα περισσότερα από τους άντρες. Ο άντρας έχει να κάνει κάτι συγκεκριμένο υπό την ευθύνη του, αλλά η γυναίκα έχει να διαχειριστεί πολλά μέτωπα: από τα παιδιά και τη δουλειά της, μέχρι το κουμπί στο πουκάμισο του άντρα και τα προσκλητήρια του γάμου», παραδέχεται ο Μάριος.

«Αν δεν είχα μια γυναίκα να με ανέχεται με τα ωράρια που είχα και να μας στηρίζει όλους, δε θα τα είχα καταφέρει. Η Σοφία είχε την ικανότητα να βρίσκει λύσεις σε όλα και την θαύμαζαν ακόμα και οι λογιστές για τη διαχείριση που έκανε στα οικονομικά του μαγαζιού», συμπληρώνει.

Με το προσωπικό του μαγαζιού είσαι αυστηρός;
Η αλήθεια είναι ότι θέλω να γίνεται η δουλειά σωστά. Κυρίως, όμως, δεν ανέχομαι το ψέμα και την κοροϊδία. Είμαι καλός και δίκαιος με όλους, εκτός κι αν δω ότι κάποιος θέλει να με κοροϊδέψει. Τότε θυμώνω και θυμώνω πολύ.

Μια δυνατή ομάδα, μέσα και έξω από το εργαστήριο, αποτελεί σήμερα σημαντική παράμετρο της συνεχούς και πετυχημένης εξέλιξης της οικογενειακής επιχείρησης.

Σου προκαλεί προβλήματα αυτό με το προσωπικό;
Όταν κάποιος καταλάβει τι άνθρωπος είμαι, τα πηγαίνουμε μια χαρά. Ακόμα και οι παρατηρήσεις που θα κάνω σε κάποιον είναι για το καλό του. Είναι πολύ σημαντικό να είσαι ειλικρινής και να ακούς αυτόν που θέλει να σε βοηθήσει.

Όταν ξεκινούσες το μαγαζί της Γλάδστωνος, περίμενες ότι θα φτάσεις να έχεις μια τόσο μεγάλη επιχείρηση;
Όχι, δεν το περίμενα. Αρχικά δεν περίμενα ότι το μαγαζάκι των 2 x 2 θα είχε πελάτες σε ουρές που να φτάνουν μέχρι τον δρόμο. Βέβαια, όταν είδαμε ότι η ποιότητα της δουλειάς μας είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώνει με γεωμετρική πρόοδο η πελατεία, τότε πια αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ότι έπρεπε να βρούμε νέο χώρο. Έτσι, το 1990 ήρθαμε στον χώρο αυτό και ανοίξαμε ένα μαγαζί που ήταν πρωτότυπο και μοναδικό για την εποχή εκείνη.

Πάντα ήθελα να είμαι πιο μπροστά σε αυτό που κάνω, όχι από εγωισμό, αλλά για να μπορώ να προσφέρω το καλύτερο δυνατό στον πελάτη.

Έτσι είχα μάθει και από την εποχή που δούλευα στην Αμμόχωστο, βλέποντας τη φιλοξενία που πρόσφεραν εκεί τα ξενοδοχεία. Αυτό φαίνεται ότι είχε αποτέλεσμα. Όταν ανοίξαμε το μαγαζί της Αγίας Ζώνης, έγινε χαμός από το πόσος κόσμος ερχόταν καθημερινά.

swipe gallery

Αν και είναι πολλά τα χέρια που δουλεύουν πια στο εργαστήριο, ο ίδιος ο Μάριος δεν έχει αποσυρθεί. Αντίθετα, βρίσκεται πρώτος κάθε πρωί στο εργαστήριο και συμμετέχει στη διαδικασία παρασκευής όλων των προϊόντων, από την αρχή μέχρι το τέλος, ζυμώνοντας και ανοίγοντας φύλλο, όπως το έκανε και 37 χρόνια πριν, στο ξεκίνημά του.

Δεν κλονίστηκε η επιχείρηση από την οικονομική κρίση;
Ήταν μια δύσκολη περίοδος για όλους. Χρειάστηκε κι εμείς να προσαρμοστούμε και μάλιστα τα παιδιά αποφάσισαν από μόνα τους να κάνουν μείωση στους μισθούς τους, αν και εγώ γελούσα με την απόφασή τους αυτή. Σίγουρα δεν αντιμετωπίσαμε τόσο μεγάλο πρόβλημα όσο άλλες εταιρείες.

Άλλωστε, αν μια επιχείρηση της οποίας τα προϊόντα είναι καθημερινής κατανάλωσης και κοστίζουν €2 - €3 ευρώ, αρχίσει να έχει πρόβλημα, τότε σημαίνει ότι η κατάσταση στην οικονομία της χώρας είναι τραγική.

Πέρα από τις πολλές ώρες δουλειάς, ποιο είναι το μυστικό για να πετύχει μια επιχείρηση όπως η δική σας;
Το πιο σημαντικό είναι να μη ρίξεις την ποιότητά σου ποτέ. Από την άλλη, δεν πρέπει να επικαλείσαι την ποιότητα για να ανεβάζεις τις τιμές. Έχουμε 5 χρόνια να ανεβάσουμε τις τιμές στο μαγαζί, ενώ κάθε χρόνο προσπαθούμε με διάφορους τρόπους να βελτιώσουμε την ποιότητα.

«Προτιμώ να έχω μικρότερο κέρδος, και να το έχω όλο τον χρόνο, από ικανοποιημένους πελάτες, παρά να βγάζω μεγαλύτερο κέρδος, αλλά πρόσκαιρα», εξηγεί ο Μάριος.

Κάναμε μια μεγάλη ανακαίνιση το 2009, δώσαμε τότε πάρα πολλά χρήματα, αλλά δεν περιμένουμε να βγάλουμε τα λεφτά της επένδυσης σε 1 χρόνο. Θα γίνει σιγά – σιγά αυτό. Θέλουμε να απολαμβάνει τον χώρο που φτιάξαμε ακόμα και εκείνος που θα πάρει μόνο 1 μπουκαλάκι νερό και θα καθίσει σε μια άκρη να το πιει με την ησυχία του. Γιατί και στο ξενοδοχείο Amathus, αν πας ένα βράδυ να πιείς μόνο 1 καφέ των €5, θα απολαύσεις και τη θέα, θα ακούσεις και όμορφη, ζωντανή μουσική. Είναι ωραία πράγματα αυτά για την πόλη. Είναι αυτά που υιοθετήσαμε από το εξωτερικό και μας κάνουν μεγάλο καλό.

Κάποιοι λένε ότι είναι ακριβός ο καφές στα 5.
Μα υπάρχει και πιο φτηνός καφές στη Λεμεσό. Αλλά αν τον πιείς σε ένα ξενοδοχείο 5 αστέρων, απολαμβάνεις θέα, απολαμβάνεις ατμόσφαιρα, την εξυπηρέτηση, την ποιότητα των προϊόντων.

Γιατί υπάρχει τόση γκρίνια, τότε;
Είναι στη φύση μας σαν Κύπριοι και σαν Μεσογειακοί ακόμα. Το θυμάμαι και στην Αμμόχωστο σαν φαινόμενο, δεν είναι μόνο της Λεμεσού. Βέβαια, ενώ κάποιοι απλώς γκρινιάζουν, κάποιοι άλλοι είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα με πράξεις, να βρουν λύσεις. Για παράδειγμα, μου είχε κάνει εντύπωση τότε, όταν έπεσε το ξενοδοχείο από τους βομβαρδισμούς, ότι από την επόμενη μέρα άρχισαν τα συνεργεία να μαζεύουν τα συντρίμμια για να ανοίξει ο δρόμος.

Τα συντρίμμια του Salaminia Tower στην Αμμόχωστο, μετά τους βομβαρδισμούς των τουρκικών αεροπλάνων. Ο 16χρονος Μάριος βρισκόταν τότε μέσα στο ξενοδοχείο. Όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος ενός άλλου 16χρονου, η μητέρα του έτρεξε αγωνιώντας από τη Λεμεσό, νομίζοντας ότι ο γιος της ήταν ανάμεσα στα θύματα.

Στη Λεμεσό τι πρέπει να διορθώσουμε;
Από τα σημαντικότερα προβλήματα που έχουμε είναι η καθαριότητα της θάλασσας. Υπάρχει σχεδόν από πάντα αυτό το πρόβλημα. Παλιά η ρύπανση προκαλούνταν από τα λύματα των εργοστασίων, τώρα προκαλείται από τα λύματα των πλοίων. Τόσα χρόνια δεν έχει καταφέρει κανείς να κάνει τίποτα, ενώ η θάλασσα είναι το μεγαλύτερο προσόν της Λεμεσού.

Υπάρχουν ειδικοί σε αυτά τα θέματα και θα πρέπει επιτέλους να βρεθεί ένας τρόπος να ελέγξουν τη ρύπανση στη θάλασσα. Αν ήταν ο ιδιωτικός τομέας αρμόδιος για το ζήτημα, θα το είχε λύσει, χωρίς να καθυστερεί λόγω γραφειοκρατίας. 

Στη νοοτροπία μας χρειάζεται να διορθώσουμε κάτι;
Σε πολλά πράγματα δεν προσέχουμε τη συμπεριφορά μας. Έχει τύχει να δούμε και στο μαγαζί πράγματα που μας δυσαρεστούν, πελάτες που αγγίζουν τα προϊόντα και δεν τα αγοράζουν, τελικά, δείχνοντας ότι δε σέβονται ούτε τη δική μας δουλειά, ούτε τους υπόλοιπους πελάτες του μαγαζιού.

Έχουμε αρκετά προτερήματα σαν Λεμεσιανοί και σαν Κύπριοι – η θάλασσα σίγουρα βοηθάει σε αυτό, γιατί κάνει τους ανθρώπους πιο ανοιχτούς και πρόσχαρους.

Η καλύτερη συμβουλή που άκουσα πρόσφατα από έναν πελάτη είναι ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τελειώνουμε τη δουλειά και να πηγαίνουμε κατευθείαν στη θάλασσα.

Η άσκηση και η θέα της θάλασσας σε ηρεμεί πάντα. Κι εμείς, λοιπόν, φροντίζουμε να έχουμε πάντα μαγιό μαζί μας, όταν ερχόμαστε στη δουλειά, για να μπορούμε να κάνουμε και μια βουτιά στο τέλος της ημέρας, τουλάχιστον για τους καλοκαιρινούς μήνες. 

«Αν εστιάζαμε πιο πολύ στα θετικά (αντί στα αρνητικά, που μας κρατάνε πίσω και δε μας προσφέρουν τίποτα για να ζήσουμε καλύτερα και να βοηθήσουμε και τους εαυτούς μας και την πόλη μας) σίγουρα θα ήταν καλύτερη η καθημερινότητά μας».

ΧΑΡΗΣ: Για παράδειγμα, μια φορά την εβδομάδα έχουμε καθιερωμένο με τον πατέρα μου να κατεβαίνουμε στην Πλατεία Ηρώων, χωρίς να χρειαστεί να πάρουμε αυτοκίνητο, και να πίνουμε τον καφέ μας στο Μαντάμ. Αν η σχέση μας έμενε μόνο στο πλαίσιο της δουλειάς, κάποια στιγμή θα μας έφθειρε αυτό. Πρέπει να είσαι πρόθυμος να ζήσεις τις ομορφιές της πόλης, αλλιώς θα βλέπεις μόνο τα προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν.

Νοσταλγείς κάτι από τη Λεμεσό των περασμένων χρόνων;
Αντικειμενικά, δεν μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο. Προχωράς πάντα μπροστά και προσαρμόζεσαι.

Η αγάπη και η φροντίδα για το καλό φαγητό, με ποιοτικά και φρέσκα υλικά, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας βιολογικής φάρμας στα Μαντριά, τη γενέτειρα του Μάριου. Αν και αρχικά κάλυπτε μόνο τις ανάγκες της οικογένειας, πλέον αποτελεί μια παράπλευρη επιχείρηση, που αναπτύσσεται σταθερά και έχει αρχίσει να τροφοδοτεί με χωριάτικα προϊόντα και την κουζίνα του snack bar.

Με πολύ κόπο και ιδρώτα, με στέρηση ύπνου και ώρες μακριά από το σπίτι και τα παιδιά του, ο Μάριος Κλεοβούλου έστησε μια επιχείρηση που του αποδίδει ένα διόλου ευκαταφρόνητο εισόδημα. Γι’ αυτόν, όμως, δεν έχει τόση σημασία πόσα λεφτά μπαίνουν στην τσέπη του, αλλά πως μπορεί να τα αξιοποιεί για να προσφέρει σε όποιον ζητά τη βοήθειά του, για να κάνει δώρα που φέρνουν χαρά στον ίδιο και στους δικούς του ανθρώπους και – κυρίως – για να βελτιώνει το προϊόν που δίνει στους πελάτες του. Περισσότερο ενδιαφέρον, όμως, έχει το γεγονός ότι ένα παιδί από την ορεινή Λεμεσό, από μια αγροτική οικογένεια που δεν είχε να του προσφέρει κανένα οικονομικό στήριγμα, κατάφερε να διαγράψει μια πετυχημένη πορεία, αναγνωρίζοντας με ιδιαίτερη οξυδέρκεια και πολύ θάρρος τις ευκαιρίες που βρέθηκαν στον δρόμο του.

Η επιτυχία του, βέβαια, δε μετριέται τόσο από το μέγεθος της επιχείρησης, αλλά από το μεράκι και την αφοσίωση με την οποία δίνονται στη δουλειά αυτή και ο ίδιος και τα παιδιά του. Γι’ αυτό και από τη στιγμή που και τα παιδιά βρέθηκαν δίπλα του, η εξέλιξη ήταν ραγδαία, με αποτέλεσμα να επεκταθούν και σε νέα προϊόντα, από σάντουιτς και γιαούρτια, μέχρι και βιολογικό παγωτό και καφέ εξαιρετικής ποιότητας. Η περίπτωση αυτής της οικογενειακής επιχείρησης, που έχει κερδίσει την εκτίμηση και την αναγνώριση ντόπιων και ξένων στην πόλη, είναι τελικά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως οι νέες ιδέες, τα σωστά πρότυπα από το εξωτερικό και η δημιουργική τους ενσωμάτωση στην παράδοση του τόπου, ανοίγουν αμέτρητες προοπτικές στο μέλλον. Κι αν το Mario’s Snacks είναι άξιο θαυμασμού 1 φορά για τις πεντανόστιμες κούπες, σίγουρα αξίζει δεκαπλάσιο θαυμασμό για όσα πρεσβεύει σαν επιχείρηση.


Αγαπάς και εσύ τη Λεμεσό;


close [x]